ΑΤ Ομόνοιας: «Ήταν συναινετικό» υποστήριξαν στις απολογίες τους στην δίκη οι αστυνομικοί που κατηγορούνται για βιασμό 19χρονης
Σε μια προσπάθεια να ανατρέψουν το κατηγορητήριο του βιασμού, οι δύο εκ των τριών αστυνομικών που κατηγορούνται για την υπόθεση της 19χρονης στο Αστυνομικό Τμήμα Ομόνοιας τον Οκτώβριο του 2022, υποστήριξαν σήμερα ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου πως οι πράξεις τους ήταν προϊόν απόλυτης συναίνεσης.
Οι κατηγορούμενοι έκαναν λόγο για «λάθος» και «επιπολαιότητα» λόγω του χώρου και του χρόνου που έλαβαν χώρα τα γεγονότα, επιμένοντας ωστόσο ότι η νεαρή γυναίκα ήταν εκείνη που τους προσέγγισε ερωτικά.
Ο πρώτος κατηγορούμενος, μέλος της ομάδας ΔΙ.ΑΣ., ξεκίνησε την απολογία του εκφράζοντας μεταμέλεια μόνο για το πειθαρχικό σκέλος της υπόθεσης: «Αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, δεν θα το είχα κάνει. Τη συναινετική σεξουαλική πράξη την έχω παραδεχτεί από τη πρώτη στιγμή. Είναι κάτι που δεν τιμά ούτε εμένα, ούτε την υπηρεσία μου, ούτε την οικογένειά μου. Το παραδέχτηκα από τη πρώτη στιγμή ότι ήταν λάθος και εν ώρα υπηρεσίας, μέσα το Αστυνομικό Τμήμα».
Περιγράφοντας τη γνωριμία τους στο Θησείο, υποστήριξε ότι η κοπέλα τους προσέγγισε με πρόσχημα μια εργασιακή καταγγελία και στη συνέχεια ανταλλάχθηκαν προφίλ στο Instagram.
Η Πρόεδρος του δικαστηρίου σχολίασε αιχμηρά αυτή την κίνηση, ρωτώντας: «Είναι συνηθισμένο αυτό; Να γίνεστε φίλοι με κάθε πολίτη που έρχεται να σας ρωτήσει κάτι;», με τον κατηγορούμενο να απαντά: «Μου άρεσε ως φιλική παρουσία, όχι δεν συνηθίζεται, εγώ είχα σχέση. Η καταγγέλλουσα έβγαζε κάτι φιλικό».
Σύμφωνα με τον ίδιο, όταν έφτασαν στο τμήμα, η 19χρονη αρνήθηκε να προχωρήσει στην καταγγελία και εξέφρασε το ενδιαφέρον της για τους ένστολους.
«Μας ρώτησε τι είναι το δωμάτιο απέναντι. Της είπαμε ότι είναι τα αποδυτήρια. Πήγαμε εκεί και μας είπε ότι της αρέσουν ερωτικά οι ένστολοι, ότι είναι ανοιχτή σε νέες εμπειρίες και ότι όλο αυτό με την καταγγελία ήταν μια πρόφαση για να μας προσεγγίσει» ισχυρίστηκε. Στην ερώτηση της Προέδρου αν δεν σκέφτηκε τη σχέση του ή τον χώρο, εκείνος απάντησε: «Όχι, δεν είπα κάτι. Με έπιασε και με φίλησε και κολακεύτηκα. Καμία κοπέλα δεν με έχει φιλήσει πρώτη και εγώ κολακευμένος το συνέχισα και εξελίχθηκε σε συναινετική σεξουαλική συνεύρεση… Ήταν λάθος, δεν έπρεπε να γίνει εν ώρα υπηρεσίας, το έχω παραδεχθεί από την πρώτη στιγμή».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο δεύτερος αστυνομικός, ο οποίος αντιμετωπίζει επιπλέον την κατηγορία της παραβίασης προσωπικών δεδομένων λόγω της κάμερας που κατέγραψε το συμβάν. «Εμάς δεν πήγε το μυαλό μας σε κάτι πονηρό, εμείς πηγαίνοντας στο Τμήμα την είδαμε στη διπλανή καφετέρια να μας περιμένει» ανέφερε, ενώ η Πρόεδρος παρατήρησε με νόημα:
«Πάντως εγώ δεν έχω δει να μου στρώνουν κανένα χαλί και να με συνοδεύουν τρεις αστυνομικοί όταν έχω πάει σε Αστυνομικό Τμήμα». Ο κατηγορούμενος επέμεινε στη συναίνεση, λέγοντας: «Πήγαμε μετά σε αυτό το δωμάτιο (σ.σ. τα αποδυτήρια) λανθασμένα. Μέσα στο δωμάτιο μας είπε ότι έχει αδυναμία στους ενστόλους».
Όταν η Πρόεδρος τον ρώτησε γιατί δεν έφυγε εφόσον ήταν αρραβωνιασμένος, ο αστυνομικός υποστήριξε: «Ήταν λάθος και το λάθος -αν και συναινετικό -πληρώνεται… Σε καμία περίπτωση δεν ήταν βιασμός». Όσο για την κάμερα στο γιλέκο του, ισχυρίστηκε άγνοια για την καταγραφή: «Ποτέ δεν θα κατέγραφα κάποια ερωτική μου στιγμή, δεν γνώριζα για τη καταγραφή. Από το Internet την πήρα 100 ευρώ.
Δε κατέγραφε μόνιμα. Κάποιες φορές μπορεί να πατηθεί το κουμπί χωρίς να το καταλάβω». Η Πρόεδρος αντέτεινε ότι η 19χρονη του είχε επισημάνει το φωτάκι που αναβόσβηνε, με τον ίδιο να απαντά: «Πολλές φορές αναβοσβήνει και όταν τελειώνει η μπαταρία… Δεν τοποθέτησα εσκεμμένα το αλεξίσφαιρο πάνω στο τραπέζι για να καταγράψει τα όσα ακολούθησαν».
Τέλος, ο τρίτος κατηγορούμενος και προϊστάμενος της ομάδας, ο οποίος δικάζεται για συνέργεια, δήλωσε συντετριμμένος: «Θέλω να ζητήσω συγνώμη, λυπάμαι που δεν κατάλαβα για να τους σταματήσω. Είμαι χάλια ψυχολογικά μετά όλα αυτά».
Υποστήριξε ότι είχε «τυφλή και απόλυτη εμπιστοσύνη» στους υφισταμένους του και ότι «δεν μπορείς να σκεφτείς ότι μπορεί κάτι τέτοιο να συμβεί στην υπηρεσία σου».
Σημείωσε δε πως αν είχε αντιληφθεί το παραμικρό, θα τους είχε συλλάβει ο ίδιος αμέσως. Όταν ρωτήθηκε για το κίνητρο της καταγγελίας, εκτίμησε πως: «Δεν ξέρω μπορεί να ήθελε να διεκδικήσει κάτι, δεν ξέρω μπορεί να κάνω λάθος».
Η καταγγελία της 19χρονης
Η εκδοχή της 19χρονης, όπως έχει κατατεθεί, περιγράφει μια διαμετρικά αντίθετη πραγματικότητα. Το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου 2022, η κοπέλα πλησίασε τους αστυνομικούς στην οδό Ερμού ζητώντας συμβουλές για ένα εργασιακό θέμα και ένα περιστατικό παρενόχλησης.
Αντί για προστασία, η καταγγελία αναφέρει πως οδηγήθηκε στα αποδυτήρια όπου οι δύο αστυνομικοί την φέρεται να την κακοποίησαν διαδοχικά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, η κοπέλα αιμοραγούσε μετά τη συνεύρεση με τον πρώτο αστυνομικό, ενώ φέρεται να είπε στον δεύτερο «έγινε κάτι χωρίς τη συναίνεσή μου», πριν εκείνος προχωρήσει στην ίδια πράξη. Η Σ. επέστρεψε στο σπίτι της σε κατάσταση σοκ, καταγγέλλοντας αργότερα πως η όλη διαδικασία βιντεοσκοπήθηκε εν αγνοία της.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Καλωσήρθατε στον χώρο σχολίων του Αντικειμενικότητα. Να θυμάστε ότι κάθε άποψη είναι δεχτή εκτός αν προσβάλει ή θίγει τον άλλον όποτε παρακαλώ ο σχολιασμός σας να είναι κόσμιος.