Στα Παρασκηνια: Μεγάλος φόβος στην Κυβέρνηση από το αγρότικό* Ο μεγαλοπαράγοντας της Κρήτης που μιλάει άσχημα για τον Πρωθυπουργό* Εισηγήσεις στον Αλέξη Τσίπρα να μεταθέσει την ίδρυση του νέου φορέα για μετά τις εκλογές
Αποκαλύπτουμε όλα τα πολιτικά παρασκήνια! Από τους διαδρόμους της Βουλής και τα υπουργικά γραφεία, μέχρι τις μυστικές συναντήσεις σε πρεσβείες και τα παζάρια στα κομματικά επιτελεία. Μάθε πρώτος για τις αθέατες διαπραγματεύσεις, τις κρυφές συμμαχίες και τις εσωτερικές πληροφορίες που διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό, για να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά από τις εξελίξεις!
Καλή σας ημέρα φίλες και φίλοι αγαπητοί αναγνώστες καλές γιορτές και ένα καλό και όμορφο Σαββατοκύριακο σε όλες και όλους!
Σήμερα θέλω να σχολιάσω κάτι που διάβασα στο βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα, την «Ιθάκη», το οποίο εν τέλει το πήρα και ήδη έχω προχωρήσει αρκετά. Και όσο προχωράω, τόσο συνειδητοποιώ ότι πίσω από τις εύκολες ατάκες, τα συνθήματα και τις εκ των υστέρων βεβαιότητες, υπήρχαν στιγμές πραγματικής ασφυξίας, όπου οι αποφάσεις δεν έμπαιναν σε ζυγαριά πολιτικού κόστους, αλλά σε ζυγαριά ιστορικής ευθύνης.Μία από αυτές τις στιγμές είναι ξεκάθαρα η απόφαση για το περίφημο δημοψήφισμα, την οποία ο πρώην πρωθυπουργός περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια, ειδικά ως προς το κλίμα που επικρατούσε τότε στο υπουργικό συμβούλιο.
Από την αφήγηση προκύπτει ότι υπήρχαν διαφορετικές αντιδράσεις. Κάποιοι είδαν το δημοψήφισμα ως πράξη πολιτικού θάρρους, ως έναν τρόπο να επιστραφεί η απόφαση στον λαό. Άλλοι, όμως, του πρότειναν να πάει σε εκλογές, θεωρώντας πως αυτό θα ήταν πιο «καθαρό» πολιτικά. Εκεί, όμως, φαίνεται καθαρά ποιοι είχαν αντιληφθεί το βάθος της συγκυρίας και ποιοι όχι.
Από την αφήγηση προκύπτει ότι υπήρχαν διαφορετικές αντιδράσεις. Κάποιοι είδαν το δημοψήφισμα ως πράξη πολιτικού θάρρους, ως έναν τρόπο να επιστραφεί η απόφαση στον λαό. Άλλοι, όμως, του πρότειναν να πάει σε εκλογές, θεωρώντας πως αυτό θα ήταν πιο «καθαρό» πολιτικά. Εκεί, όμως, φαίνεται καθαρά ποιοι είχαν αντιληφθεί το βάθος της συγκυρίας και ποιοι όχι.
Ο χρόνος δεν ήταν απλώς πιεστικός· ήταν εχθρικός. Οι δανειστές αναζητούσαν ανοιχτά την αφορμή για να σπρώξουν τη χώρα εκτός ευρώ και κάθε μέρα που περνούσε λειτουργούσε σωρευτικά εις βάρος της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής.
Προσωπικά, διαβάζοντας αυτά τα αποσπάσματα, δεν μπορώ να μη σκεφτώ κάτι που τότε λεγόταν ψιθυριστά αλλά σπάνια αναλύθηκε σοβαρά: τι θα σήμαινε μια εκλογική αναμέτρηση μέσα σε εκείνες τις συνθήκες πανικού, με τις τράπεζες να κρέμονται από μια κλωστή, τον κόσμο να αδειάζει ΑΤΜ και την ανασφάλεια να έχει ποτίσει κάθε σπίτι;
Προσωπικά, διαβάζοντας αυτά τα αποσπάσματα, δεν μπορώ να μη σκεφτώ κάτι που τότε λεγόταν ψιθυριστά αλλά σπάνια αναλύθηκε σοβαρά: τι θα σήμαινε μια εκλογική αναμέτρηση μέσα σε εκείνες τις συνθήκες πανικού, με τις τράπεζες να κρέμονται από μια κλωστή, τον κόσμο να αδειάζει ΑΤΜ και την ανασφάλεια να έχει ποτίσει κάθε σπίτι;
Υπήρχε ένας πραγματικός, υπαρκτός κίνδυνος ο κόσμος να γυρίσει την πλάτη συνολικά στην Αριστερά και να στραφεί σε πιο ακραίες φωνές, με το απλοϊκό αλλά επικίνδυνο επιχείρημα «αφού δεν μπόρεσαν αυτοί, ας δοκιμάσουμε τους άλλους». Και όταν λέμε «άλλους», δεν μιλάμε θεωρητικά.
Η ιστορία, όχι μόνο η ελληνική αλλά και η ευρωπαϊκή, μας έχει δείξει ξεκάθαρα ότι στις περιόδους βαθιάς κρίσης, φόβου και οικονομικής ασφυξίας, είναι που εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού.
Η ιστορία, όχι μόνο η ελληνική αλλά και η ευρωπαϊκή, μας έχει δείξει ξεκάθαρα ότι στις περιόδους βαθιάς κρίσης, φόβου και οικονομικής ασφυξίας, είναι που εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού.
Η Χρυσή Αυγή τότε δεν ήταν μια περιθωριακή υποσημείωση. Ήταν ήδη τρίτο κόμμα, με παρουσία στους δρόμους, με επιρροή σε κομμάτια μιας κοινωνίας που ένιωθε προδομένη και απελπισμένη.
Με τις τράπεζες λοιπόν ένα βήμα πριν την κατάρρευση και το κράτος σε κατάσταση σοκ, δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο ένα τέτοιο μόρφωμα να καρπωθεί τη γενικευμένη οργή και να διεκδικήσει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο. Όχι με πρόγραμμα, αλλά με μίσος, απλοϊκές λύσεις και φυσικά βία.
Αυτό είναι το σημείο που πολλοί σήμερα επιλέγουν να αγνοούν ή να υποβαθμίζουν. Κρίνουμε τις αποφάσεις του 2015 με την άνεση του 2025, ξεχνώντας πόσο λεπτή ήταν τότε η γραμμή ανάμεσα στη δύσκολη διαχείριση και στην απόλυτη εκτροπή.
Αυτό είναι το σημείο που πολλοί σήμερα επιλέγουν να αγνοούν ή να υποβαθμίζουν. Κρίνουμε τις αποφάσεις του 2015 με την άνεση του 2025, ξεχνώντας πόσο λεπτή ήταν τότε η γραμμή ανάμεσα στη δύσκολη διαχείριση και στην απόλυτη εκτροπή.
Το δημοψήφισμα, ανεξαρτήτως του πώς το αξιολογεί κανείς πολιτικά, λειτούργησε και ως ανάχωμα. Έβγαλε την ένταση από τους δρόμους και την έβαλε –έστω προσωρινά– σε μια δημοκρατική διαδικασία. Και αυτό, σε τέτοιες στιγμές, δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Το βιβλίο, σε αυτά τα σημεία, δεν διαβάζεται σαν απολογία αλλά σαν μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα μπορεί να ξεφύγει η κατάσταση όταν όλα κρέμονται από μια απόφαση. Δεν ζητά να συμφωνήσουμε. Μας καλεί, ωστόσο, να θυμηθούμε.
Το βιβλίο, σε αυτά τα σημεία, δεν διαβάζεται σαν απολογία αλλά σαν μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα μπορεί να ξεφύγει η κατάσταση όταν όλα κρέμονται από μια απόφαση. Δεν ζητά να συμφωνήσουμε. Μας καλεί, ωστόσο, να θυμηθούμε.
Και ίσως, μέσα από αυτή τη μνήμη, να καταλάβεις ότι εκείνη την περίοδο το διακύβευμα δεν ήταν απλώς ένα «ναι» ή ένα «όχι», αλλά το αν η κοινωνία θα άντεχε χωρίς να παραδοθεί στους χειρότερους εαυτούς της. Και αυτό, καλώς ή κακώς, είναι κάτι που δεν μπορεί να διαγραφεί αλλά και κάτι που ίσως πρέπει να αφήσουμε τον ιστορικό του μέλλοντος να κρίνει.
Μεγάλος φόβος στην Κυβέρνηση από το αγρότικό
Μαθαίνω ότι τα αγροτικά μπλόκα έχουν εξελιχθεί σε κανονικό πονοκέφαλο για την Κυβέρνηση και όχι απλώς σε μια ακόμη «δύσκολη συγκυρία» που λύνεται με δηλώσεις, χαμόγελα και μερικές κάμερες στημένες για το δελτίο των οκτώ. Η αναστάτωση είναι πραγματική, βαθιά και διαρκής.
Κι όσο περνούν οι μέρες, τόσο μεγαλώνει η ανησυχία στο εσωτερικό της γαλάζιας παράταξης, με βουλευτές και κομματικά στελέχη να βλέπουν ότι το αγροτικό δεν μαζεύεται εύκολα, δεν ξεφουσκώνει επικοινωνιακά και, κυρίως, δεν φοβίζει τους ίδιους τους αγρότες.
Οι δρόμοι παραμένουν κλειστοί, τα τρακτέρ δεν φεύγουν και η οργή δεν εκτονώνεται. Και αυτό είναι που τρομάζει το Μαξίμου. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μια κοινωνική ομάδα που θα κουραστεί και θα πάει σπίτι της μετά από δύο υποσχέσεις και τρεις φωτογραφίες.
Οι δρόμοι παραμένουν κλειστοί, τα τρακτέρ δεν φεύγουν και η οργή δεν εκτονώνεται. Και αυτό είναι που τρομάζει το Μαξίμου. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μια κοινωνική ομάδα που θα κουραστεί και θα πάει σπίτι της μετά από δύο υποσχέσεις και τρεις φωτογραφίες.
Μιλάμε για ανθρώπους που έχουν γονατίσει οικονομικά, που βλέπουν τις επιδοτήσεις να καθυστερούν ή να χάνονται, που αντιμετωπίζουν ασθένειες στα κοπάδια τους και κόστος παραγωγής που δεν βγαίνει με τίποτα. Κι όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι, δεν υπάρχει επικοινωνιακό manual που να σε σώζει.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότερες φωνές μέσα στη Νέα Δημοκρατία αρχίζουν –όχι δημόσια, αλλά χαμηλόφωνα και επίμονα– να θέτουν θέμα πρόωρων εκλογών εντός του 2026.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότερες φωνές μέσα στη Νέα Δημοκρατία αρχίζουν –όχι δημόσια, αλλά χαμηλόφωνα και επίμονα– να θέτουν θέμα πρόωρων εκλογών εντός του 2026.
Το επιχείρημα απλό και κυνικό: «Τι κι αν γίνουν το 2026; Τι κι αν γίνουν το 2027; Αν είναι να τις βρούμε μπροστά μας με χειρότερους όρους, καλύτερα νωρίτερα». Φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα σε πηγαδάκια, γραφεία και τηλεφωνήματα, παρά τις προσπάθειες να κρατηθούν όλα κάτω από το χαλί.
Ωστόσο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θέλει ούτε να το ακούει. Για εκείνον, το σενάριο των πρόωρων εκλογών παραμένει κόκκινη γραμμή. Στο προσκήνιο επιμένει στη γνωστή συνταγή: διάλογος, συναντήσεις, δηλώσεις καλής θέλησης και το αφήγημα ότι «η κυβέρνηση ακούει». Μόνο που το παρασκήνιο λέει άλλη ιστορία. Εκεί, μακριά από τα φώτα, φαίνεται να ενεργοποιούνται πρακτικές παλιές, δοκιμασμένες και ιδιαίτερα βρώμικες.
Στενοί συνεργάτες του Πρωθυπουργού, σύμφωνα με όσα καταγγέλλουν οι ίδιοι οι αγροτοσυνδικαλιστές, σηκώνουν τηλέφωνα και καλούν γνωστά πρόσωπα του αγροτικού κινήματος. Όχι για διάλογο. Όχι για λύσεις. Αλλά για πιέσεις, απειλές και «συστάσεις» να χαμηλώσουν οι τόνοι και να λυθούν τα μπλόκα. Μαφιόζικες τακτικές, όπως τις περιγράφουν οι ίδιοι, που δεν λέγονται σε ψιθύρους αλλά έχουν ειπωθεί ανοιχτά, ακόμη και μπροστά στις κάμερες των τηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης.
Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο της υπόθεσης. Γιατί όταν μια κυβέρνηση από τη μία μιλά για διάλογο και από την άλλη προσπαθεί να τρομοκρατήσει όσους σηκώνουν κεφάλι, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά δημοκρατικό. Οι αγρότες δεν δείχνουν διατεθειμένοι να κάνουν πίσω. Και όσο συνεχίζεται αυτή η τακτική, τόσο το αγροτικό μετατρέπεται από κοινωνικό ζήτημα σε πολιτική νάρκη.
Το Μαξίμου το ξέρει. Και γι’ αυτό ο φόβος μεγαλώνει. Γιατί αν σπάσει αυτό το μέτωπο, αν οι αγρότες δεν υποχωρήσουν, τότε ανοίγει μια αλυσίδα εξελίξεων που κανένα επιτελείο δεν μπορεί να ελέγξει. Και τότε, οι συζητήσεις για εκλογές δεν θα γίνονται πια στα χαμηλά, αλλά θα επιβάλλονται από την ίδια την πραγματικότητα.
Ωστόσο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θέλει ούτε να το ακούει. Για εκείνον, το σενάριο των πρόωρων εκλογών παραμένει κόκκινη γραμμή. Στο προσκήνιο επιμένει στη γνωστή συνταγή: διάλογος, συναντήσεις, δηλώσεις καλής θέλησης και το αφήγημα ότι «η κυβέρνηση ακούει». Μόνο που το παρασκήνιο λέει άλλη ιστορία. Εκεί, μακριά από τα φώτα, φαίνεται να ενεργοποιούνται πρακτικές παλιές, δοκιμασμένες και ιδιαίτερα βρώμικες.
Στενοί συνεργάτες του Πρωθυπουργού, σύμφωνα με όσα καταγγέλλουν οι ίδιοι οι αγροτοσυνδικαλιστές, σηκώνουν τηλέφωνα και καλούν γνωστά πρόσωπα του αγροτικού κινήματος. Όχι για διάλογο. Όχι για λύσεις. Αλλά για πιέσεις, απειλές και «συστάσεις» να χαμηλώσουν οι τόνοι και να λυθούν τα μπλόκα. Μαφιόζικες τακτικές, όπως τις περιγράφουν οι ίδιοι, που δεν λέγονται σε ψιθύρους αλλά έχουν ειπωθεί ανοιχτά, ακόμη και μπροστά στις κάμερες των τηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης.
Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο της υπόθεσης. Γιατί όταν μια κυβέρνηση από τη μία μιλά για διάλογο και από την άλλη προσπαθεί να τρομοκρατήσει όσους σηκώνουν κεφάλι, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά δημοκρατικό. Οι αγρότες δεν δείχνουν διατεθειμένοι να κάνουν πίσω. Και όσο συνεχίζεται αυτή η τακτική, τόσο το αγροτικό μετατρέπεται από κοινωνικό ζήτημα σε πολιτική νάρκη.
Το Μαξίμου το ξέρει. Και γι’ αυτό ο φόβος μεγαλώνει. Γιατί αν σπάσει αυτό το μέτωπο, αν οι αγρότες δεν υποχωρήσουν, τότε ανοίγει μια αλυσίδα εξελίξεων που κανένα επιτελείο δεν μπορεί να ελέγξει. Και τότε, οι συζητήσεις για εκλογές δεν θα γίνονται πια στα χαμηλά, αλλά θα επιβάλλονται από την ίδια την πραγματικότητα.
Ο μεγαλοπαράγοντας της Κρήτης που μιλάει άσχημα για τον Πρωθυπουργό
Μου λένε ότι στην Κρήτη, που κάθε άλλο παρά μια τυχαία εκλογική περιφέρεια είναι για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ένας μεγαλοπαράγοντας –από αυτούς που, όπως μεταφέρεται, λύνουν και δένουν στο νησί εδώ και χρόνια– σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις δεν μάσησε τα λόγια του και μιλούσε άσχημα για τον Πρωθυπουργό. Όχι με μισόλογα, όχι με υπαινιγμούς, αλλά με τρόπο που δείχνει ξεκάθαρα αποστασιοποίηση, ενόχληση και, κυρίως, διάθεση αποκοπής. Και αυτό, για το Μαξίμου, δεν είναι απλώς καμπανάκι. Είναι σειρήνα.
Γιατί η Κρήτη δεν είναι μια ακόμη περιφέρεια στον εκλογικό χάρτη. Είναι περιοχή-κλειδί, ιστορικά και πολιτικά. Εκεί διαμορφώνονται ρεύματα, εκεί «γράφονται» τάσεις, εκεί τοπικά δίκτυα εξουσίας παίζουν καθοριστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα. Και όποιος νομίζει ότι οι εκλογές κρίνονται μόνο από προγράμματα και τηλεοπτικές εμφανίσεις, απλώς δεν έχει καταλάβει πώς λειτουργεί το σύστημα σε περιοχές σαν την Κρήτη.
Το μοντέλο είναι παλιό, δοκιμασμένο και αποτελεσματικό. Ο εκάστοτε μεγαλοπαράγοντας σε πλησιάζει λίγο πριν τις εκλογές και σου λέει καθαρά: «Θα ψηφίσεις τον τάδε βουλευτή από το κόμμα Α». Αν δεχτείς, όλα καλά. Αν όχι, δεν σηκώνει ένταση, δεν σηκώνει φωνές. Σου λέει ήρεμα: «Δεν πειράζει. Ψήφισε τον τάδε από το κόμμα Β, είναι μπατζανάκης γνωστού μου». Το αποτέλεσμα; Η ψήφος δεν χάνεται. Απλώς αλλάζει κατεύθυνση, αλλά πάντα μέσα σε ένα ελεγχόμενο πλαίσιο.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Κρήτη παραδοσιακά «βγάζει κυβερνήσεις». Όχι από ιδεολογική ταύτιση, αλλά επειδή το τοπικό σύστημα ξέρει να στοιχίζεται με τον νικητή, να μοιράζει επιρροή και να κρατά ισορροπίες. Όταν όμως ένας τέτοιος μεγαλοπαράγοντας αρχίζει να μιλάει άσχημα για τον εν ενεργεία Πρωθυπουργό, τότε κάτι έχει σπάσει. Και όταν σπάει στην Κρήτη, τα απόνερα φτάνουν μέχρι την Αθήνα.
Το κακό για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι διπλό. Πρώτον, γιατί η συγκεκριμένη περιφέρεια είναι δική του πολιτικά, άρα κάθε ρήγμα χρεώνεται προσωπικά. Και δεύτερον, γιατί αν χαθεί ο έλεγχος σε τέτοια δίκτυα, δεν ανακτάται εύκολα.
Μου λένε ότι στην Κρήτη, που κάθε άλλο παρά μια τυχαία εκλογική περιφέρεια είναι για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ένας μεγαλοπαράγοντας –από αυτούς που, όπως μεταφέρεται, λύνουν και δένουν στο νησί εδώ και χρόνια– σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις δεν μάσησε τα λόγια του και μιλούσε άσχημα για τον Πρωθυπουργό. Όχι με μισόλογα, όχι με υπαινιγμούς, αλλά με τρόπο που δείχνει ξεκάθαρα αποστασιοποίηση, ενόχληση και, κυρίως, διάθεση αποκοπής. Και αυτό, για το Μαξίμου, δεν είναι απλώς καμπανάκι. Είναι σειρήνα.
Γιατί η Κρήτη δεν είναι μια ακόμη περιφέρεια στον εκλογικό χάρτη. Είναι περιοχή-κλειδί, ιστορικά και πολιτικά. Εκεί διαμορφώνονται ρεύματα, εκεί «γράφονται» τάσεις, εκεί τοπικά δίκτυα εξουσίας παίζουν καθοριστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα. Και όποιος νομίζει ότι οι εκλογές κρίνονται μόνο από προγράμματα και τηλεοπτικές εμφανίσεις, απλώς δεν έχει καταλάβει πώς λειτουργεί το σύστημα σε περιοχές σαν την Κρήτη.
Το μοντέλο είναι παλιό, δοκιμασμένο και αποτελεσματικό. Ο εκάστοτε μεγαλοπαράγοντας σε πλησιάζει λίγο πριν τις εκλογές και σου λέει καθαρά: «Θα ψηφίσεις τον τάδε βουλευτή από το κόμμα Α». Αν δεχτείς, όλα καλά. Αν όχι, δεν σηκώνει ένταση, δεν σηκώνει φωνές. Σου λέει ήρεμα: «Δεν πειράζει. Ψήφισε τον τάδε από το κόμμα Β, είναι μπατζανάκης γνωστού μου». Το αποτέλεσμα; Η ψήφος δεν χάνεται. Απλώς αλλάζει κατεύθυνση, αλλά πάντα μέσα σε ένα ελεγχόμενο πλαίσιο.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Κρήτη παραδοσιακά «βγάζει κυβερνήσεις». Όχι από ιδεολογική ταύτιση, αλλά επειδή το τοπικό σύστημα ξέρει να στοιχίζεται με τον νικητή, να μοιράζει επιρροή και να κρατά ισορροπίες. Όταν όμως ένας τέτοιος μεγαλοπαράγοντας αρχίζει να μιλάει άσχημα για τον εν ενεργεία Πρωθυπουργό, τότε κάτι έχει σπάσει. Και όταν σπάει στην Κρήτη, τα απόνερα φτάνουν μέχρι την Αθήνα.
Το κακό για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι διπλό. Πρώτον, γιατί η συγκεκριμένη περιφέρεια είναι δική του πολιτικά, άρα κάθε ρήγμα χρεώνεται προσωπικά. Και δεύτερον, γιατί αν χαθεί ο έλεγχος σε τέτοια δίκτυα, δεν ανακτάται εύκολα.
Οι μεγαλοπαράγοντες δεν αλλάζουν στάση από τη μια μέρα στην άλλη χωρίς λόγο. Κάτι τους έχει δυσαρεστήσει βαθιά. Κάτι θεωρούν ότι δεν τους βγαίνει πια. Και όταν αρχίζουν να «ψάχνονται» αλλού, συνήθως το κάνουν αθόρυβα αλλά αποφασιστικά.
Αν, λοιπόν, η Νέα Δημοκρατία χάσει την Κρήτη στις επόμενες εκλογές, τα πράγματα δεν θα είναι απλώς δύσκολα. Θα είναι πολιτικά επικίνδυνα. Γιατί μια τέτοια ήττα δεν θα σημαίνει απώλεια ποσοστών. Θα σημαίνει απώλεια ελέγχου σε έναν μηχανισμό που για δεκαετίες καθόριζε ισορροπίες και νικητές. Και τότε, κανένα αφήγημα σταθερότητας δεν θα αρκεί για να μαζέψει τη ζημιά.
Η Κρήτη σπάνια φωνάζει. Όταν όμως αρχίζει να μουρμουράει, όσοι ξέρουν, ανησυχούν. Και αυτή τη φορά, το μουρμουρητό φαίνεται πως έχει αρχίσει να γίνεται πιο καθαρό απ’ όσο θα ήθελε το Μαξίμου.
Αν, λοιπόν, η Νέα Δημοκρατία χάσει την Κρήτη στις επόμενες εκλογές, τα πράγματα δεν θα είναι απλώς δύσκολα. Θα είναι πολιτικά επικίνδυνα. Γιατί μια τέτοια ήττα δεν θα σημαίνει απώλεια ποσοστών. Θα σημαίνει απώλεια ελέγχου σε έναν μηχανισμό που για δεκαετίες καθόριζε ισορροπίες και νικητές. Και τότε, κανένα αφήγημα σταθερότητας δεν θα αρκεί για να μαζέψει τη ζημιά.
Η Κρήτη σπάνια φωνάζει. Όταν όμως αρχίζει να μουρμουράει, όσοι ξέρουν, ανησυχούν. Και αυτή τη φορά, το μουρμουρητό φαίνεται πως έχει αρχίσει να γίνεται πιο καθαρό απ’ όσο θα ήθελε το Μαξίμου.
Εισηγήσεις στον Αλέξη Τσίπρα να μεταθέσει την ίδρυση του νέου φορέα για μετά τις εκλογές
Για να γνωρίζετε, τις τελευταίες ώρες κυκλοφορεί έντονα στα δημοσιογραφικά γραφεία μια φήμη που δεν περνά απαρατήρητη και αφορά τον Αλέξη Τσίπρα και το σχέδιο ίδρυσης του νέου πολιτικού του φορέα. Σύμφωνα με όσα μου μεταφέρονται, υπάρχουν εισηγήσεις προς τον πρώην πρωθυπουργό να πατήσει φρένο και να μεταθέσει την επίσημη ίδρυση του νέου φορέα για μετά την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, όποτε κι αν αυτή στηθεί. Όχι επειδή δεν είναι έτοιμος πολιτικά ή οργανωτικά, αλλά επειδή κάποιοι εκτιμούν πως το timing μπορεί να αποδειχθεί πιο κρίσιμο από το ίδιο το εγχείρημα.
Η λογική αυτών των εισηγήσεων είναι κυνική αλλά καθαρή. Το τοπίο στην Κεντροαριστερά αυτή τη στιγμή είναι πολυκερματισμένο, θολό και χωρίς καθαρό αφήγημα. Πολλά κόμματα, πολλές φιλοδοξίες, μηδέν πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Για να γνωρίζετε, τις τελευταίες ώρες κυκλοφορεί έντονα στα δημοσιογραφικά γραφεία μια φήμη που δεν περνά απαρατήρητη και αφορά τον Αλέξη Τσίπρα και το σχέδιο ίδρυσης του νέου πολιτικού του φορέα. Σύμφωνα με όσα μου μεταφέρονται, υπάρχουν εισηγήσεις προς τον πρώην πρωθυπουργό να πατήσει φρένο και να μεταθέσει την επίσημη ίδρυση του νέου φορέα για μετά την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, όποτε κι αν αυτή στηθεί. Όχι επειδή δεν είναι έτοιμος πολιτικά ή οργανωτικά, αλλά επειδή κάποιοι εκτιμούν πως το timing μπορεί να αποδειχθεί πιο κρίσιμο από το ίδιο το εγχείρημα.
Η λογική αυτών των εισηγήσεων είναι κυνική αλλά καθαρή. Το τοπίο στην Κεντροαριστερά αυτή τη στιγμή είναι πολυκερματισμένο, θολό και χωρίς καθαρό αφήγημα. Πολλά κόμματα, πολλές φιλοδοξίες, μηδέν πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Σε ένα τέτοιο σκηνικό, το πιο πιθανό σενάριο –λένε όσοι κάνουν αυτές τις αναλύσεις– είναι ότι στο τέλος της ημέρας ο κόσμος, έστω και χωρίς ενθουσιασμό, θα επιλέξει ξανά τη Νέα Δημοκρατία ως τη «λύση ανάγκης». Όχι γιατί πείθεται, αλλά γιατί δεν βλέπει κάτι άλλο συγκροτημένο απέναντι.
Κάπου εκεί, υποστηρίζουν, θα ανοίξει πραγματικά το παράθυρο ευκαιρίας για τον Αλέξη Τσίπρα. Με μια ακόμη κυβέρνηση Μητσοτάκη, φθαρμένη πλέον όχι μόνο κοινωνικά αλλά και πολιτικά, και με την Κεντροαριστερά σε κατάσταση εσωστρέφειας και αποσύνθεσης, το σχέδιο της ενοποίησης θα είναι –θεωρητικά πάντα– πιο εύκολο.
Κάπου εκεί, υποστηρίζουν, θα ανοίξει πραγματικά το παράθυρο ευκαιρίας για τον Αλέξη Τσίπρα. Με μια ακόμη κυβέρνηση Μητσοτάκη, φθαρμένη πλέον όχι μόνο κοινωνικά αλλά και πολιτικά, και με την Κεντροαριστερά σε κατάσταση εσωστρέφειας και αποσύνθεσης, το σχέδιο της ενοποίησης θα είναι –θεωρητικά πάντα– πιο εύκολο.
Τα κόμματα θα έχουν χάσει, τα πρόσωπα θα έχουν δοκιμαστεί και αποτύχει και η ανάγκη για κάτι νέο θα είναι πιο πιεστική από ποτέ. Με απλά λόγια: μετά τις εκλογές, το έδαφος θα είναι πιο στρωμένο για έναν νέο φορέα με αξιώσεις ηγεμονίας.
Ωστόσο, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας δεν φαίνεται διατεθειμένος να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή αναμονής. Αντιθέτως, επιμένει –και μάλιστα έντονα– ότι η ίδρυση του νέου φορέα πρέπει να γίνει εντός του 2026. Η λογική του είναι διαφορετική και έχει να κάνει με τη μέτρηση δυνάμεων.
Ωστόσο, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας δεν φαίνεται διατεθειμένος να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή αναμονής. Αντιθέτως, επιμένει –και μάλιστα έντονα– ότι η ίδρυση του νέου φορέα πρέπει να γίνει εντός του 2026. Η λογική του είναι διαφορετική και έχει να κάνει με τη μέτρηση δυνάμεων.
Θέλει να δει από νωρίς τη δυναμική, να μετρήσει αντανακλαστικά, να δοκιμάσει αν υπάρχει πραγματικός χώρος και κοινωνική αποδοχή ή αν όλο το εγχείρημα βασίζεται απλώς στη νοσταλγία και στο πολιτικό του αποτύπωμα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της διαφωνίας. Οι μεν του λένε «περίμενε, άσε τους άλλους να καούν και έλα μετά ως λύση», εκείνος απαντά –έτσι τουλάχιστον μεταφέρεται– ότι χωρίς ρίσκο δεν χτίζεται τίποτα νέο.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της διαφωνίας. Οι μεν του λένε «περίμενε, άσε τους άλλους να καούν και έλα μετά ως λύση», εκείνος απαντά –έτσι τουλάχιστον μεταφέρεται– ότι χωρίς ρίσκο δεν χτίζεται τίποτα νέο.
Θέλει να βγει στο γήπεδο νωρίς, να μην εμφανιστεί ως από μηχανής σωτήρας, αλλά ως πολιτικός που δοκιμάζει ξανά τις αντοχές του μέσα σε πραγματικές συνθήκες. Να δει ποιοι θα σταθούν δίπλα του, ποιοι θα τον αμφισβητήσουν και ποιοι απλώς θα περιμένουν στη γωνία.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτές οι εισηγήσεις δεν είναι τυχαίες ούτε άσχετες με τις γενικότερες διεργασίες στον χώρο. Όλοι διαβάζουν τις ίδιες δημοσκοπήσεις, όλοι βλέπουν την ίδια κοινωνική κόπωση και όλοι προσπαθούν να υπολογίσουν ποιος θα είναι όρθιος την επόμενη μέρα.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτές οι εισηγήσεις δεν είναι τυχαίες ούτε άσχετες με τις γενικότερες διεργασίες στον χώρο. Όλοι διαβάζουν τις ίδιες δημοσκοπήσεις, όλοι βλέπουν την ίδια κοινωνική κόπωση και όλοι προσπαθούν να υπολογίσουν ποιος θα είναι όρθιος την επόμενη μέρα.
Το αν ο Αλέξης Τσίπρας τελικά θα ακούσει όσους του λένε να περιμένει ή θα επιμείνει στο σχέδιό του για το 2026, είναι κάτι που μένει να φανεί. Αυτό που δεν αμφισβητείται, πάντως, είναι ότι το παιχνίδι έχει ήδη ξεκινήσει – ακόμη κι αν κάποιοι κάνουν πως δεν το βλέπουν.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Καλωσήρθατε στον χώρο σχολίων του Αντικειμενικότητα. Να θυμάστε ότι κάθε άποψη είναι δεχτή εκτός αν προσβάλει ή θίγει τον άλλον όποτε παρακαλώ ο σχολιασμός σας να είναι κόσμιος.