Στα Παρασκήνια: Τρομοκρατημένος ο Μητσοτάκης μόνο και στην ιδέα του συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας* Πονοκέφαλος στο επιτελείο του Πρωθυπουργού μετά τη νέα παρέμβαση Καραμανλή – Σαμαρά* Μια φράξια… μα ποια φράξια;


Αποκαλύπτουμε όλα τα πολιτικά παρασκήνια! Από τους διαδρόμους της Βουλής και τα υπουργικά γραφεία, μέχρι τις μυστικές συναντήσεις σε πρεσβείες και τα παζάρια στα κομματικά επιτελεία. Μάθε πρώτος για τις αθέατες διαπραγματεύσεις, τις κρυφές συμμαχίες και τις εσωτερικές πληροφορίες που διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό, για να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά από τις εξελίξεις!

Καλή σας ημέρα φίλες και φίλοι αγαπητοί αναγνώστες ένα καλό και όμορφο Σαββατοκύριακο και καλό μήνα σε όλες και όλους!

Πολλά και διάφορα έγιναν και αυτή την εβδομάδα αγαπητοί αναγνώστες και δεν σας κρύβω ότι και πάλι δεν ήξερα τι να πρωτοσχολιάσω. Από το ναυάγιο με πρόσφυγες και μετανάστες ανοιχτά της Χίου, μέχρι το γεγονός ότι οι αγρότες ζεσταίνουν ξανά τις μηχανές των τρακτέρ και ετοιμάζονται, όπως όλα δείχνουν, να κατέβουν στην Αθήνα, η επικαιρότητα δεν σου αφήνει περιθώρια να πάρεις ανάσα. 

Είναι από εκείνες τις εβδομάδες που η πραγματικότητα σε πιάνει από τον γιακά και σου θυμίζει ότι τίποτα δεν είναι απλό και τίποτα δεν είναι ασπρόμαυρο. Κι όμως, μέσα σε όλον αυτόν τον καταιγισμό ειδήσεων, υπήρξε μια δήλωση που προσωπικά με ενόχλησε βαθιά και με έκανε να σταθώ λίγο παραπάνω.

Αναφέρομαι στη δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία με αφορμή το ναυάγιο ανοιχτά της Χίου χαρακτήρισε τους ανθρώπους που επέβαιναν στη βάρκα «λαθραίους εισβολείς». Και εδώ πραγματικά αναρωτιέμαι: μιλάμε για ανθρώπους ή για αριθμούς; 

Μιλάμε για μάνες με παιδιά, για οικογένειες που άφησαν πίσω τους πόλεμο, φτώχεια, καταστροφή, ή μιλάμε για κάποιον αφηρημένο «εχθρό» που βολεύει να περιγράφεται έτσι για να κερδίζονται εντυπώσεις; Γιατί άλλο πράγμα η σοβαρή συζήτηση για το μεταναστευτικό και άλλο η αποανθρωποποίηση ανθρώπων που ρισκάρουν τη ζωή τους σε μια σαπιοβάρκα, όχι για να «εισβάλουν», αλλά για να επιβιώσουν.

Και για να το πάω ένα βήμα παραπέρα, γιατί οφείλουμε να το κάνουμε, πρέπει το Λιμενικό να πυροβολεί αυτούς τους ανθρώπους, όπως ειπώθηκε χωρίς καμία ντροπή από το βήμα της Βουλής από τον κύριο Βελόπουλο; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη και δεν σηκώνει «ναι μεν αλλά»: φυσικά και όχι. 

Όποιος θεωρεί ότι η λύση στο μεταναστευτικό είναι οι σφαίρες και η βία, δεν έχει πρόβλημα μόνο πολιτικό, έχει βαθύ πρόβλημα αξιών. Και το να ακούγονται τέτοιες κουβέντες τόσο εύκολα, τόσο χαλαρά, είναι ίσως πιο τρομακτικό και από το ίδιο το πρόβλημα που υποτίθεται ότι προσπαθούν να λύσουν.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο οι ακραίες φωνές που πάντα υπήρχαν. Είναι ότι παρόμοια ρητορική αρχίζει να υιοθετείται και από πρόσωπα που εμφανίζονται ως «νέα», ως «αντισυστημικά», ως κάτι διαφορετικό από το παλιό πολιτικό σκηνικό. 

Όταν κάποιος έχει μπει στην πολιτική αρένα, είτε με υπαρκτό κόμμα, όπως ο κύριος Βελόπουλος, είτε ετοιμάζεται να μπει με έναν φορέα «υπό διαβούλευση», όπως αυτόν που προαναγγέλλει η κυρία Καρυστιανού, καλό είναι να θυμάται ότι οι λέξεις έχουν βάρος. 

Δεν είναι απλές ατάκες για ένα δελτίο ειδήσεων ή για λίγα likes παραπάνω. Διαμορφώνουν κλίμα, νομιμοποιούν συμπεριφορές και, στο τέλος της ημέρας, κοστίζουν ζωές.

Και ας θυμηθούμε και κάτι ακόμη, που συχνά το ξεχνάμε βολικά. Οι Έλληνες έχουμε υπάρξει πρόσφυγες. Όχι μία φορά, πολλές. 

Από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τη μετανάστευση του ’50 και του ’60, μέχρι τα παιδιά και τα εγγόνια που έφυγαν ως οικονομικοί μετανάστες στα χρόνια της κρίσης για να βρουν δουλειά στο εξωτερικό. Κανείς από αυτούς δεν έφυγε από τον τόπο του για πλάκα. Και κανείς δεν θα ήθελε να τον αποκαλούν «λαθραίο εισβολέα» επειδή απλώς ήθελε να ζήσει.

Η ιστορία μάς έχει δείξει επίσης κάτι ακόμα πιο σκληρό: ότι ανά πάσα στιγμή, αν οι συνθήκες το φέρουν έτσι, οποιοσδήποτε λαός μπορεί να γίνει πρόσφυγας. Και τότε θα θέλαμε να μας αντιμετωπίζουν ως ανθρώπους, όχι ως απειλή. 

Γι’ αυτό, λίγη περισσότερη ανθρωπιά και λίγη λιγότερη ευκολία στις βαριές κουβέντες δεν θα έβλαπτε. Γιατί η πολιτική χωρίς ανθρωπιά δεν είναι «σκληρή αλλά ρεαλιστική». Είναι απλώς επικίνδυνη.

Τρομοκρατημένος ο Μητσοτάκης μόνο και στην ιδέα του συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας

Μαθαίνω ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται σε μια κατάσταση έντονου προβληματισμού και σχεδόν πανικού μόνο με την ιδέα του συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο αναμένεται μέσα στο 2026. 

Ο λόγος είναι απλός αλλά σοβαρός: ο Πρωθυπουργός φοβάται την αμφισβήτηση από τα ίδια του τα στελέχη, καθώς πλέον η γαλάζια παράταξη εμφανίζει σημάδια κόπωσης, εσωστρέφειας και διαφοροποιήσεων σε βασικά πρόσωπα της ηγετικής ομάδας.

Όπως μου μεταφέρουν συνεργάτες του, ο Μητσοτάκης έχει ακυρώσει ήδη δύο φορές τον προσυνεδριακό διάλογο που είχε προγραμματιστεί σε διάφορες περιοχές της χώρας, προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει το αναπόφευκτο. 

Η πρώτη ακύρωση έγινε μετά από έντονες αντιδράσεις από στελέχη που δεν έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της κυβέρνησης, ενώ η δεύτερη σχετίστηκε με τη δυσαρέσκεια περιφερειακών παραγόντων που αμφισβητούν ανοιχτά τη στρατηγική και την ηγεσία του κόμματος.

Στο παρασκήνιο, όπως μου μεταφέρουν από τη δημοσιογραφική πιάτσα, ο Πρωθυπουργός επιδιώκει να ελέγξει τα πράγματα μέσω στενών συνεργατών του, προσπαθώντας να «φιλτράρει» ποιους θα αφήσει να εκφράσουν γνώμη και ποιους όχι, ενώ την ίδια στιγμή παρακολουθεί με αγωνία τις πρώτες ενδείξεις για πιθανές υποψηφιότητες που θα μπορούσαν να τον αμφισβητήσουν δημόσια. 

Η αίσθηση είναι ότι το κλίμα στο κόμμα θυμίζει παλαιότερες περιόδους έντονης εσωκομματικής αντιπαράθεσης, με την προσθήκη όμως του ψηφιακού ελέγχου και των social media, που πολλαπλασιάζουν την πίεση.

Οι πληροφορίες επίσης αναφέρουν ότι το Μαξίμου έχει ξεκινήσει σιωπηλά συναντήσεις με κορυφαία στελέχη για να καταγράψει τις πιθανές κινήσεις τους στο συνέδριο, ενώ παράλληλα εξετάζεται και η στρατηγική που θα ακολουθηθεί σε περίπτωση που εμφανιστούν ανοιχτές διαφοροποιήσεις. 

Όλα αυτά δείχνουν ότι ο Πρωθυπουργός νιώθει ότι χάνει τον έλεγχο, και το γεγονός ότι το συνέδριο είναι πλέον αναπόφευκτο τον τρομοκρατεί, καθώς γνωρίζει ότι κάθε λάθος ή αναποφασιστικότητα θα μπορούσε να δώσει χώρο σε εσωτερικές δυνάμεις να αμφισβητήσουν ανοιχτά την ηγεσία του.

Το αποτέλεσμα είναι μια ατμόσφαιρα έντασης και αβεβαιότητας, με τον Μητσοτάκη να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη διαχείριση των στελεχών, την εικόνα προς την κοινωνία και την πίεση των πολιτικών γεγονότων που συνεχώς αυξάνεται, ενώ το συνέδριο προβάλλει στον ορίζοντα σαν ένα γεγονός που μπορεί να κρίνει την επόμενη πολιτική περίοδο της κυβέρνησης.

Πονοκέφαλος στο επιτελείο του Πρωθυπουργού μετά τη νέα παρέμβαση Καραμανλή – Σαμαρά

Μου λένε ότι στο Μέγαρο Μαξίμου επικρατεί έντονος πονοκέφαλος μετά τις νέες, συντονισμένες –όχι τυχαίες– παρεμβάσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών και προέδρων της Νέας Δημοκρατίας, Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά.

Παρεμβάσεις που δεν έγιναν ούτε σε ουδέτερο χρόνο ούτε σε ουδέτερο χώρο, αλλά σε εκδήλωση στην Πάτρα στις 2 Φεβρουαρίου, με σαφή πολιτικά μηνύματα και ακόμη πιο σαφείς αποδέκτες.

Ο Κώστας Καραμανλής, σε μια από τις σπάνιες αλλά πάντα μετρημένες δημόσιες εμφανίσεις του, εξαπέλυσε σφοδρή πυρά κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όχι με κραυγές, αλλά με εκείνο το γνώριμο, «βαρύ» καραμανλικό ύφος που όταν μιλά, ακούγεται. 

Η φράση του «τους πρώην πρωθυπουργούς και προέδρους ενός κόμματος δεν τους διαγράφουμε, αλλά τους ακούμε» δεν ήταν απλώς μια γενική τοποθέτηση περί κομματικής ιστορίας. Ήταν καθαρή μπηχτή, καρφί χωρίς περιτύλιγμα, για την απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να διαγράψει τον Αντώνη Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία. 

Και όσοι γνωρίζουν καλά την ιστορία της παράταξης, δεν δυσκολεύτηκαν να κάνουν τον παραλληλισμό με το 1992, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διέγραψε τον Αντώνη Σαμαρά, ανοίγοντας τότε τον δρόμο για την πτώση της κυβέρνησής του.

Από την άλλη πλευρά, ο Αντώνης Σαμαράς δεν κράτησε ούτε προσχήματα ούτε χαμηλούς τόνους. Σε συνέντευξή του σε τοπικό μέσο της Πάτρας, εξαπέλυσε επίθεση εφ’ όλης της ύλης κατά του Πρωθυπουργού, αμφισβητώντας ανοιχτά την πολιτική του επάρκεια και το αφήγημα σταθερότητας που επιχειρεί να χτίσει το Μαξίμου. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η τοποθέτησή του στο δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», όπου χωρίς περιστροφές είπε πως «ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι το χάος». 

Μια φράση βαριά, σχεδόν προκλητική, που δείχνει ότι η σύγκρουση δεν είναι απλώς προσωπική, αλλά βαθιά πολιτική και στρατηγική.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Αντώνης Σαμαράς επανέλαβε για ακόμη μία φορά ότι «σταθμίζει τα γεγονότα» αναφορικά με τη δημιουργία νέου πολιτικού κόμματος. 

Μια φράση που στο Μαξίμου δεν περνά καθόλου απαρατήρητη, καθώς ξυπνά μνήμες από εποχές που η Ιστορία επαναλήφθηκε με οδυνηρό τρόπο για την οικογένεια Μητσοτάκη. 

Άλλωστε, έτσι ακριβώς είχε πέσει και η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη: με εσωκομματικές ρωγμές, αποχωρήσεις και έναν πρώην υπουργό που αποφάσισε να τραβήξει τον δικό του δρόμο.

Το κλίμα, όπως μου μεταφέρουν, στο πρωθυπουργικό επιτελείο είναι βαρύ. Όχι γιατί φοβούνται μια άμεση ανατροπή, αλλά γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι τέτοιες παρεμβάσεις λειτουργούν διαβρωτικά. Ροκανίζουν την εικόνα ενότητας, μπερδεύουν τη βάση της Νέας Δημοκρατίας και κυρίως στέλνουν μήνυμα ότι η ηγεσία Μητσοτάκη δεν είναι καθολικά αποδεκτή εντός της παράταξης.

Και όταν δύο πρώην πρωθυπουργοί, με τόσο διαφορετικές πολιτικές διαδρομές αλλά κοινό σημείο αναφοράς τη Νέα Δημοκρατία, επιλέγουν να σηκώσουν κεφάλι την ίδια χρονική περίοδο, κανείς δεν μπορεί να το θεωρήσει σύμπτωση.
Το ερώτημα που πλανάται πλέον στα πολιτικά πηγαδάκια δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα στο εσωτερικό της γαλάζιας παράταξης. 

Αυτό θεωρείται δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να το ελέγξει ή αν, για ακόμη μία φορά, η Ιστορία ετοιμάζεται να κάνει κύκλο και να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Γιατί στην πολιτική, ειδικά στην ελληνική, τίποτα δεν τελειώνει ποτέ οριστικά. Απλώς μένει σε αναμονή.

Μια φράξια… μα ποια φράξια;


Για να γνωρίζετε λοιπόν, η ιστορία έχει βάθος, ουρά και αρκετές σκοτεινές γωνίες που αξίζει να φωτιστούν, όχι για κουτσομπολιό αλλά για να καταλάβουμε πώς στήνονται αφηγήματα μέσα στα κόμματα.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, η συγκεκριμένη βουλευτής ζήτησε να αποκτήσει πρόσβαση στο καθολικό μητρώο μελών του κόμματος. Ένα αίτημα που, για όσους ξέρουν πώς λειτουργούν οι κομματικοί μηχανισμοί, δεν είναι ούτε αθώο ούτε τυπικό. Το μητρώο δεν είναι απλώς μια λίστα ονομάτων· είναι εργαλείο ελέγχου, επιρροής και –αν το θες πιο ωμά– δύναμης. 

Ο υπεύθυνος εκείνη την περίοδο ήταν ένα νέο παιδί, που βρισκόταν στο κόμμα καθαρά εθελοντικά, χωρίς μισθούς, χωρίς καρέκλες, χωρίς πολιτικό παρελθόν. Ένα από αυτά τα παιδιά που συνήθως όλοι επικαλούνται στα λόγια αλλά σπάνια σέβονται στην πράξη.

Το παιδί αυτό αρνήθηκε να της δώσει πρόσβαση στο μητρώο. Όχι από ιδιοτροπία, αλλά επικαλούμενο καταστατικές προβλέψεις, δεοντολογία και στοιχειώδη πολιτική λογική. Η άρνηση αυτή, όπως μου λένε, δεν άρεσε καθόλου στη βουλευτή. Και κάπου εκεί ξεκινά το πραγματικό παρασκήνιο. Η αντίδρασή της δεν ήταν πολιτική, ήταν τιμωρητική. 

Τον οδήγησε στην επιτροπή δεοντολογίας του κόμματος, σε μια κίνηση περισσότερο επίδειξης ισχύος παρά ουσίας. Το αποτέλεσμα; Μηδενικό. Δεν κατάφερε τίποτα ουσιαστικό, γιατί πολύ απλά δεν υπήρχε παράβαση.

Όμως η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Γιατί όταν δεν μπορείς να κερδίσεις θεσμικά, κάποιοι επιλέγουν να κερδίσουν επικοινωνιακά. Κάπως έτσι, όπως λένε πάλι οι κακές γλώσσες, φίλοι και σύμμαχοι της βουλευτού ξεκίνησαν να εφαρμόζουν έναν παλιό και δοκιμασμένο κανόνα προπαγάνδας: τον κανόνα του «εσωτερικού εχθρού». 

Μετά την αποχώρηση ορισμένων στελεχών από το κόμμα, έπρεπε να βρεθεί ο φταίχτης. Και τι πιο εύκολο από το να στοχοποιηθούν νέα παιδιά, εθελοντές, χωρίς μηχανισμούς άμυνας και χωρίς δημόσιο βήμα;

Έτσι, το συγκεκριμένο παιδί, μαζί με μερικούς ακόμη εθελοντές –επίσης νέα παιδιά– βαφτίστηκαν ξαφνικά «φράξια». Μια μικρή ομάδα που, σύμφωνα με το αφήγημα, «λειτουργούσε μέσα στο κόμμα», «έλυνε και έδενε» και μάλιστα –κρατηθείτε– με τη δήθεν σιωπηρή ή και ρητή ανοχή του προέδρου, ο οποίος «ήξερε αλλά δεν έπραττε».

Πάνω σε αυτό το αφήγημα χτίστηκε και η δικαιολογία ορισμένων αποχωρήσεων: δεν έφταιγαν οι επιλογές τους, δεν έφταιγε η πολιτική γραμμή, δεν έφταιγε η στρατηγική. Έφταιγαν τα παιδιά. Η φράξια. Ο εσωτερικός εχθρός.

Μόνο που εδώ μπαίνει το κρίσιμο ερώτημα. Ήταν όντως αυτά τα παιδιά φράξια; Είχαν δύναμη, μηχανισμό, πρόσβαση σε αποφάσεις, πολιτικό σχέδιο; Ή μήπως ήταν απλώς εύκολοι στόχοι, βολικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι σε ένα κόμμα που δεν άντεχε να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη; 

Γιατί, όπως μου μεταφέρουν άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα από κοντά, μιλάμε για εθελοντές που έτρεχαν δομές, γραφεία, διαδικαστικά, χωρίς να έχουν λόγο στη στρατηγική, χωρίς να χαράσσουν γραμμές, χωρίς να αποφασίζουν για το παραμικρό.

Η αλήθεια είναι ότι η κατηγορία της «φράξιας» είναι από τις πιο εύκολες στην πολιτική. Δεν χρειάζεται αποδείξεις, χρειάζεται μόνο επανάληψη. Όσο την λες, κάτι μένει. Και όταν συνδυάζεται με εσωκομματικές φιλοδοξίες και σχέδια επιστροφής σε παλιές πολιτικές αγκαλιές, τότε γίνεται ακόμα πιο χρήσιμη.

Ωστόσο, η ιστορία –όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα– δεν τελειώνει εδώ. Έχει και άλλα επεισόδια, άλλα πρόσωπα και άλλες λεπτομέρειες που αλλάζουν εντελώς την εικόνα. 

Θα σας τα μεταφέρω εν καιρώ, όταν έρθει η ώρα και όταν όλα θα έχουν κουμπώσει. Τότε, αγαπητοί αναγνώστες, τα συμπεράσματα δεν θα χρειάζεται να σας τα πει κανείς. Θα είναι αποκλειστικά δικά σας. Και ίσως τότε το ερώτημα «μια φράξια… μα ποια φράξια;» να αποκτήσει πολύ πιο ξεκάθαρη απάντηση.

Σχόλια

Διαβάστε ακόμη

Στα Παρασκηνια: Ανακατατάξεις στο Κίνημα Δημοκρατίας του Στέφανου Κασσελάκη* Μπορεί τώρα το σύστημα να φουσκώνει τη Μαρία Καρυστιανού αλλά αυτό θα αλλάξει όσο πλησιάζει η ώρα των ανακοινώσεων για τον νέο φορέα του Αλέξη Τσίπρα* και ένα κουίζ (για πολύ μυημένους): Ποια Βουλευτής ετοιμάζεται να γυρίσει στο κόμμα από το οποίο ξεκίνησε;