Στα Παρασκήνια: Σχεδόν άδεια τα έδρανα της Βουλής στη χθεσινή ομιλία του Πρωθυπουργού* Πότε θα ανακοινώσει η Μαρία Καρυστιανού το κόμμα της;* Σύσσωμο το πολιτικό σύστημα θα κατέβει στις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη
Αποκαλύπτουμε όλα τα πολιτικά παρασκήνια! Από τους διαδρόμους της Βουλής και τα υπουργικά γραφεία, μέχρι τις μυστικές συναντήσεις σε πρεσβείες και τα παζάρια στα κομματικά επιτελεία. Μάθε πρώτος για τις αθέατες διαπραγματεύσεις, τις κρυφές συμμαχίες και τις εσωτερικές πληροφορίες που διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό, για να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά από τις εξελίξεις!
Καλή σας ημέρα φίλες και φίλοι αγαπητοί αναγνώστες ένα καλό και όμορφο Σαββατοκύριακο σε όλες και όλους!
Δεν θα το κρύψω: η διαδικασία των πέναλτι έκανε την καρδιά μου να βαράει σαν ταμπούρλο, από αυτά τα παλιά, τα στρατιωτικά. Αλλά ήταν κι ένα μικρό, πολύτιμο διάλειμμα.
Μια ανάσα κανονικότητας. Ένα δίωρο που μπόρεσα να ξεχαστώ από την καθημερινότητα. Κάτι που δυστυχώς σπάνια επιτρέπεται όταν διανύεις την εβδομάδα των Τεμπών, μια εβδομάδα που δεν περνά, δεν ξεχνιέται και δεν σε αφήνει σε ησυχία.
Γιατί αυτή η εβδομάδα, και ειδικά η χθεσινή Παρασκευή, ήταν βαριά. Ψυχολογικά δύσκολη. Και δεν σας κρύβω ότι συγκινήθηκα βαθιά με τη συνέντευξη του Νίκος Πλακιάς στο OPEN, απέναντι στην εξαιρετική συνάδελφο δημοσιογράφο Μίνα Καραμήτρου.
Έναν άνθρωπο που έχασε τις δίδυμες κόρες του και την ανιψιά του στο έγκλημα των Τεμπών. Και όταν τον άκουσα να λέει ότι αναρωτιέται αν εκείνη τη στιγμή τα κορίτσια του φώναζαν «μπαμπά» κι εκείνος δεν ήταν εκεί να τις βοηθήσει, κάτι μέσα μου λύγισε.
Αυτές δεν είναι δηλώσεις για δελτία ειδήσεων. Είναι φράσεις που σε στοιχειώνουν. Είναι ερωτήματα που κανένας γονιός δεν θα έπρεπε να κουβαλά μέχρι το τέλος της ζωής του.
Στην ίδια γραμμή αλήθειας και ωμής πραγματικότητας κινήθηκε και η συνέντευξη της Μαρία Καρυστιανού, αυτή τη φορά στο OPEN και στον επίσης εξαιρετικό συνάδελφο Σπύρος Χαριτάτος.
Μίλησε καθαρά, χωρίς περιστροφές, και αποκάλυψε πράγματα που σοκάρουν αλλά δυστυχώς δεν εκπλήσσουν. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι την προσέγγισαν κόμματα και της έταξαν μέχρι και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Και μόνο το γεγονός ότι κάποιοι σκέφτηκαν να «αξιοποιήσουν» πολιτικά μια μάνα που έχασε το παιδί της δείχνει σε τι τέλμα έχουμε βρεθεί ως πολιτικό σύστημα. Εκείνη, ευτυχώς, δεν λύγισε. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κοινωνικό κλίμα, είδαμε και τον Υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης, τον ίδιο άνθρωπο που από το βήμα της Βουλή των Ελλήνων είχε πει το αλήστου μνήμης «όποιος μιλάει για μπάζωμα είναι για τα μπάζα».
Τον είδαμε, λοιπόν, να αποδέχεται το αίτημα των συγγενών για εκταφές των θυμάτων και για αποστολή δειγμάτων σε εργαστήρια του εξωτερικού για βιοχημικές εξετάσεις. Καλώς. Πολύ αργά, αλλά καλώς.
Όμως ας μην κοροϊδευόμαστε: αυτό δεν είναι δικαίωση. Είναι στοιχειώδης υποχρέωση, τρία χρόνια μετά. Και έρχεται όχι από ευαισθησία, αλλά από την τεράστια κοινωνική πίεση.
Γιατί η κοινωνία βράζει. Είναι εξοργισμένη. Είναι κουρασμένη από μισόλογα, καθυστερήσεις και προσβολές. Αν πέρυσι, στις 28 Φεβρουαρίου, είχαν σηκωθεί και οι πέτρες, φέτος –και ειδικά σήμερα, Σάββατο– θα σηκωθούν και οι κοτρώνες.
Ο κόσμος θα βγει στους δρόμους, στο Σύνταγμα, σε όλη την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Όχι για κόμματα. Όχι για σημαίες. Αλλά για δικαιοσύνη. Για μνήμη.
Για να ακουστεί επιτέλους, δυνατά και καθαρά, ότι τα Τέμπη δεν ήταν ατύχημα. Ήταν έγκλημα. Και όσο αυτό δεν αναγνωρίζεται στην πράξη, καμία πρόκριση, κανένα γκολ και καμία κυβερνητική κίνηση δεν θα μπορεί να μας κάνει πραγματικά να ξεχαστούμε.
Σχεδόν άδεια τα έδρανα της Βουλής στη χθεσινή ομιλία του ΠρωθυπουργούΜου λένε ότι η εικόνα μέσα στη Βουλή κατά τη χθεσινή ομιλία του Κυριάκος Μητσοτάκης μόνο τυχαία δεν ήταν.
Ο Πρωθυπουργός απάντησε σε επίκαιρη ερώτηση του Νίκος Ανδρουλάκης, όμως τα έδρανα –κυρίως από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας– ήταν σχεδόν άδεια.
Και όταν λέμε άδεια, δεν μιλάμε για μεμονωμένες απουσίες λόγω υποχρεώσεων. Μιλάμε για μια εικόνα που δεν περνά απαρατήρητη, ειδικά σε μια περίοδο όπου το γαλάζιο στρατόπεδο βαδίζει προς συνέδριο και τα εσωκομματικά σύννεφα πυκνώνουν.
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη αυτή η εικόνα μόνο καθησυχαστική δεν είναι. Σε ένα κόμμα που παραδοσιακά δίνει μεγάλη σημασία στη «γραμμή», στην πειθαρχία και στη δημόσια εικόνα ενότητας, τα μισοάδεια έδρανα στέλνουν μήνυμα.
Και το μήνυμα δεν είναι καλό. Γιατί άλλο να υπάρχει μουρμούρα στα πηγαδάκια και άλλο να αποτυπώνεται η ψυχρότητα μέσα στην ίδια την Ολομέλεια, μπροστά στα μάτια όλων.
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι στο πρόσφατο παρελθόν ο Δημήτρης Μαρκόπουλος είχε φτάσει στο σημείο να διακόψει συνεδρίαση της εξεταστικής επιτροπής για τα Τέμπη, μόνο και μόνο για να μπορέσει η Κοινοβουλευτική Ομάδα να παραστεί μαζικά σε ομιλία του Πρωθυπουργού.
Τότε, το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: «όλοι παρόντες, χωρίς εξαιρέσεις». Αν, λοιπόν, εκεί κρίθηκε αναγκαίο να παγώσουν οι διαδικασίες για να γεμίσουν τα έδρανα, φανταστείτε τι σημαίνει πολιτικά το γεγονός ότι χθες, χωρίς καμία δικαιολογία, έλειπαν βουλευτές και υπουργοί.
Κάποιοι στο εσωτερικό της ΝΔ προσπαθούν να το υποβαθμίσουν, λέγοντας ότι πρόκειται για σύμπτωση ή για θέμα προγράμματος.
Όμως όσοι γνωρίζουν πώς λειτουργεί η κοινοβουλευτική αριθμητική και –κυρίως– η ψυχολογία ενός κόμματος εξουσίας, ξέρουν ότι τέτοιες «συμπτώσεις» σπάνια είναι αθώες. Όταν πλησιάζει συνέδριο και όλοι προετοιμάζονται για τοποθετήσεις, ισορροπίες και εσωτερικές κριτικές, η απουσία γίνεται κι αυτή πολιτική πράξη.
Η αλήθεια είναι πως στο γαλάζιο στρατόπεδο η ένταση δεν κρύβεται πια κάτω από το χαλί. Η φθορά της κυβέρνησης, τα ανοιχτά μέτωπα και η συζήτηση για την επόμενη μέρα δημιουργούν ένα κλίμα στο οποίο αρκετοί επιλέγουν την αποστασιοποίηση αντί της δημόσιας στήριξης.
Και αν σήμερα αυτή η αποστασιοποίηση εκφράζεται με άδεια έδρανα, αύριο μπορεί να εκφραστεί με «προσεκτικές» ομιλίες στο συνέδριο ή με σιωπηρές διαφοροποιήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα της χθεσινής συνεδρίασης ήταν κάτι παραπάνω από ένα κακό στιγμιότυπο. Ήταν ένα καμπανάκι.
Γιατί όταν ο Πρωθυπουργός μιλά και οι μισοί δεν είναι καν εκεί για να τον ακούσουν, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό.
Είναι βαθιά πολιτικό. Και αυτό, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το αγνοήσουν, δύσκολα μαζεύεται όσο πλησιάζει η ώρα των εσωκομματικών λογαριασμών.
Μαθαίνω ότι οι σημερινές συγκεντρώσεις για το έγκλημα των Τέμπη δεν θα έχουν μόνο τον παλμό μιας κοινωνίας που εδώ και καιρό βράζει, αλλά και έντονο πολιτικό χρώμα.
Εκτός από χιλιάδες πολίτες που κατεβαίνουν αυθόρμητα, με οργή, θλίψη και απαίτηση για δικαιοσύνη, στις πορείες αναμένεται να δώσει το «παρών» σύσσωμη σχεδόν η αντιπολίτευση, σε μια εικόνα που δύσκολα θα αγνοηθεί, είτε αρέσει είτε όχι στο Μαξίμου.
Το μήνυμα είναι σαφές: τα Τέμπη δεν είναι πια μόνο κοινωνικό τραύμα, είναι και καθαρά πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής.
Μου μεταφέρουν, μάλιστα, εμμέσως πλην σαφώς, ότι από το Σύνταγμα φέτος δεν θα λείψει ούτε ο Αλέξης Τσίπρας. Σε αντίθεση με πέρυσι, όταν η απουσία του είχε σχολιαστεί έντονα, αυτή τη φορά όλα δείχνουν πως θα επιλέξει να είναι παρών, στέλνοντας πολλαπλά μηνύματα. Και πολιτικά και συμβολικά. Γιατί, κακά τα ψέματα, πέρυσι δεν ετοίμαζε νέο φορέα, ούτε βρισκόταν σε φάση επανατοποθέτησης στο πολιτικό σκηνικό. Φέτος, τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά.
Η παρουσία σχεδόν ολόκληρου του πολιτικού συστήματος στις συγκεντρώσεις δεν γίνεται, φυσικά, χωρίς δεύτερες σκέψεις και υπολογισμούς. Υπάρχει ο φόβος του «πολιτικού καπελώματος», υπάρχει όμως και η πίεση της κοινωνίας που απαιτεί από τα κόμματα να μην κρύβονται.
Να σταθούν εκεί όπου στέκονται οι πολίτες. Να μην παρακολουθούν από απόσταση, σαν να πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν τους αφορά άμεσα. Και αυτή η πίεση, μου λένε, είναι που οδηγεί πολλούς αρχηγούς και στελέχη να κατέβουν στον δρόμο, ακόμη κι αν γνωρίζουν ότι θα δεχθούν κριτική.
Για την κυβέρνηση, η εικόνα αυτή είναι διπλά δύσκολη. Από τη μία, βλέπει μια κοινωνία που δεν έχει ξεχάσει, δεν έχει συγχωρήσει και δεν δείχνει διατεθειμένη να «προχωρήσει παρακάτω» χωρίς απαντήσεις.
Από την άλλη, βλέπει την αντιπολίτευση να επιχειρεί –άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο– να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τη δυσαρέσκεια, σε μια συγκυρία όπου το θέμα των Τεμπών παραμένει ανοιχτή πληγή. Και όσο περνά ο χρόνος χωρίς ξεκάθαρες απαντήσεις και απόδοση ευθυνών, τόσο αυτό το μέτωπο θα βαθαίνει.
Το μόνο βέβαιο, μου λένε, είναι ότι οι σημερινές συγκεντρώσεις δεν θα μοιάζουν με τις περσινές.
Η κοινωνική ένταση είναι μεγαλύτερη, η πολιτική φόρτιση πιο βαριά και οι ισορροπίες πιο εύθραυστες.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, η παρουσία ή η απουσία συγκεκριμένων προσώπων θα διαβαστεί προσεκτικά, σχεδόν λέξη προς λέξη, από φίλους και αντιπάλους.
Γιατί στα Τέμπη, πλέον, τίποτα δεν περνά απαρατήρητο. Ούτε στον δρόμο, ούτε στην πολιτική σκηνή.
Για να γνωρίζεται, το επόμενο διάστημα αναμένεται –εκτός απροόπτου– η επίσημη ανακοίνωση του πολιτικού εγχειρήματος της Μαρία Καρυστιανού, το οποίο η ίδια αποφεύγει να αποκαλεί «κόμμα» και προτιμά τον όρο «Κίνημα Πολιτών».
Οι πληροφορίες λένε ότι οι συζητήσεις έχουν προχωρήσει, οι κύκλοι επαφών έχουν ανοίξει και το timing μετριέται προσεκτικά, ώστε η ανακοίνωση να γίνει σε στιγμή που θα μεγιστοποιεί τον πολιτικό και επικοινωνιακό αντίκτυπο. Δεν βιάζεται, αλλά ούτε και καθυστερεί τυχαία. Όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε φάση προετοιμασίας για κάτι που η ίδια θεωρεί «παρέμβαση» και όχι απλή συμμετοχή στο υπάρχον πολιτικό σκηνικό.
Ωστόσο, και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, δεν μπορώ –ούτε ως δημοσιογράφος ούτε ως πολίτης– να μην θέσω το πιο απλό και ταυτόχρονα το πιο σκληρό ερώτημα: γιατί να την ψηφίσω;
Ποιο είναι το πολιτικό της στίγμα πέρα από την απολύτως σεβαστή, ανθρώπινα και ηθικά, παρουσία της ως μάνας που έχασε το παιδί της στο έγκλημα των Τεμπών; Ποιες είναι οι θέσεις της για την παιδεία, την υγεία, την οικονομία, την εργασία, το κοινωνικό κράτος, την εξωτερική πολιτική; Γιατί η πολιτική δεν είναι μόνο καταγγελία και οργή· είναι και πρόγραμμα, επιλογές, ιεραρχήσεις, δύσκολες αποφάσεις.
Μέχρι στιγμής, το μόνο ζήτημα στο οποίο υπάρχει μια πιο καθαρή –έστω και αποσπασματική– τοποθέτηση είναι εκείνο των αμβλώσεων. Η ίδια έχει δηλώσει ότι το θέμα «πρέπει να μπει σε διαβούλευση», διευκρινίζοντας βέβαια εκ των υστέρων ότι δεν εννοούσε το δικαίωμα αυτό καθαυτό, αλλά τους λόγους που οδηγούν μια γυναίκα σε αυτή την επιλογή. Διευκρίνιση απαραίτητη, αλλά όχι αρκετή.
Γιατί όταν μπαίνεις στην πολιτική, οι λέξεις έχουν βάρος, οι φράσεις διαβάζονται ξανά και ξανά και οι ασάφειες δεν συγχωρούνται εύκολα. Ιδίως σε ζητήματα δικαιωμάτων, όπου η κοινωνία έχει δώσει μάχες δεκαετιών.
Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: η κοινωνική αποδοχή που έχει σήμερα η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι αυτόματα πολιτική αποδοχή. Άλλο η συμπαράσταση στον αγώνα για δικαιοσύνη και άλλο η εμπιστοσύνη για τη διακυβέρνηση ή τη νομοθέτηση.
Ο κόσμος μπορεί να στηρίξει μια φωνή διαμαρτυρίας, αλλά όταν φτάνει η ώρα της κάλπης, τα ερωτήματα γίνονται πιο ωμά και πιο απαιτητικά.
Τι θα κάνεις με τα νοσοκομεία; Τι θα κάνεις με τους μισθούς; Πώς βλέπεις τη φορολογία; Ποια είναι η θέση σου για το κοινωνικό κράτος; Εκεί δεν χωράνε μόνο σύμβολα.
Κανείς δεν αμφισβητεί το ηθικό κεφάλαιο που έχει αποκτήσει μέσα από τον αγώνα της. Όμως η πολιτική είναι χώρος σκληρός και συχνά αδυσώπητος. Δεν συγχωρεί εύκολα τα κενά, ούτε τις καλές προθέσεις χωρίς σχέδιο.
Γι’ αυτό, πριν πάμε να ψηφίσουμε οποιονδήποτε, καλό είναι να έχουμε διαβάσει, να έχουμε ακούσει, να έχουμε κρίνει.
Γιατί, όπως μου αρέσει να λέω –και το επαναλαμβάνω επίτηδες– μετά την απομάκρυνση από την κάλπη, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Και αυτή είναι μια αλήθεια που δεν σηκώνει ούτε συναίσθημα ούτε αυταπάτες.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Καλωσήρθατε στον χώρο σχολίων του Αντικειμενικότητα. Να θυμάστε ότι κάθε άποψη είναι δεχτή εκτός αν προσβάλει ή θίγει τον άλλον όποτε παρακαλώ ο σχολιασμός σας να είναι κόσμιος.