ΗΠΑ: Δεν κοπάζει η οργή για τις δολοφονίες από την ICE – Αποστάσεις Ρεπουμπλικανών
Οι εν ψυχρώ δολοφονίες της Ρενέ Νικόλ Γκουντ και του Αλεξ Πρέτι από πράκτορες της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν οδηγήσει τη χώρα στο χείλος εμφυλίου, φέρνοντας την κοινωνία στα πρόθυρα έκρηξης – σαν ένα καζάνι που βράζει.
Η Αμερική εμφανίζεται πιο διχασμένη από ποτέ από μια πολιτική που επενδύει συστηματικά στον φόβο και στη σύγκρουση.
Οσο πυκνό και αν πέφτει το χιόνι στη Μινεάπολη, δεν μπορεί να καλύψει την οργή των διαδηλωτών, που αψηφούν το κρύο, τα δακρυγόνα αλλά και τον κίνδυνο να γίνουν και τα δικά τους ονόματα πρωτοσέλιδα έχοντας δεχτεί τα πυρά των σύγχρονων θεσμοποιημένων «ταγμάτων εφόδου» του Ντόναλντ Τραμπ.
Οι τραμπούκοι αυτής της φρουράς πραιτοριανών εξαπολύουν εδώ και μήνες ένα τεράστιο πογκρόμ εναντίον μεταναστών, σε ευθυγράμμιση με την προεκλογική δέσμευση του Αμερικανού προέδρου να «καθαρίσει» τη χώρα από τους «παράτυπους» κατά τα λεγόμενά του μετανάστες, τους οποίους συστηματικά παρουσιάζει σαν εγκληματίες, αν και πολλοί από όσους στοχοποιούνται είναι νόμιμοι πολίτες των ΗΠΑ.
Μετατρέποντας την κρατική εξουσία σε ιδεολογικό σπορ, συλλαμβάνουν παιδιά, μπουκάρουν σε σπίτια βουτώντας ανθρώπους από τα κρεβάτια τους και πυροβολούν στο ψαχνό όταν «αισθάνονται απειλή».
Την απειλή που συνιστούν μια μητέρα η οποία προσπάθησε να απομακρυνθεί με το αυτοκίνητό της και ένας νοσηλευτής που κρατάει στα χέρια του μόνο το κινητό του τηλέφωνο.
Τριγμοί στο αφήγημα
Η κλιμάκωση της βίας και οι εικόνες κρατικής αυθαιρεσίας δεν αφήνουν χωρίς πολιτικό κόστος τον Λευκό Οίκο. Ακόμη και το ισχυρότερο πολιτικό όπλο του Τραμπ το 2024 υπονομεύει τη στήριξη στην προεδρική επιλογή, ιδιαίτερα μεταξύ ανεξάρτητων ψηφοφόρων και μετριοπαθών.
Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos καταγράφει τη χαμηλότερη αποδοχή που έχει ο πρόεδρος όσον αφορά μεταναστευτική πολιτική από τότε που επέστρεψε στην εξουσία μόλις 39%, όταν παλαιότερα ξεπερνούσε το 50% ενώ το 53% την αποδοκιμάζει. Ήταν η μόνη πολιτική του Τραμπ που δεν είχε συγκεντρώσει την κατακραυγή όπως η οικονομία, η διπλωματία κ.λπ.
Παράλληλα, η στήριξη που απολάμβανε μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων έχει επίσης καταρρεύσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Economist/YouGov, μόλις περίπου το 27% των ανεξάρτητων εγκρίνει τα πεπραγμένα Τραμπ, με το 67% να τα απορρίπτει.
Όλα αυτά τη στιγμή που η συνολική αποδοχή του έχει διολισθήσει κάτω από το 40-45%, επίπεδο ασυνήθιστα χαμηλό για Αμερικανό πρόεδρο μόλις στον δεύτερο χρόνο της θητείας του.
Εσωκομματική κρίση
Η στήριξη στη σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτική διαβρώνεται ακόμη και μέσα στο ίδιο του το στρατόπεδο, με ολοένα περισσότερους Ρεπουμπλικανούς να κρατούν αποστάσεις από τις επιλογές του Λευκού Οίκου μετά τα πρόσφατα περιστατικά βίας και τις εικόνες αυθαιρεσίας από ομοσπονδιακούς πράκτορες.
Βουλευτές, γερουσιαστές και κυβερνήτες από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ασκούν έντονη πίεση στην κυβέρνηση, ουσιαστικά αναλαμβάνοντας τον ρόλο της αντιπολίτευσης σε ένα ζήτημα που οι Δημοκρατικοί παραμένουν σε δεύτερο πλάνο.
Γερουσιαστές όπως οι Τομ Τίλις από τη Βόρεια Καρολίνα, Μπιλ Κάσιντι από τη Λουιζιάνα, Σούζαν Κόλινς από το Μέιν και Λίζα Μουρκόφσκι από την Αλάσκα ζητούν ενδελεχή έρευνα για τις τακτικές της ICE στη Μινεσότα μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό του 37χρονου νοσηλευτή, καταδεικνύοντας ότι το κόμμα δυσκολεύεται να δώσει πειστικές απαντήσεις για το περιστατικό.
Εν μέσω αυξανόμενης πολιτικής πίεσης και εσωκομματικού ρήγματος ο Λευκός Οίκος επέλεξε να περάσει στην αντεπίθεση υιοθετώντας μια γραμμή υπεράσπισης που προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερες αντιδράσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιχείρησε να μεταθέσει την ευθύνη στο θύμα, με την υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ να δηλώνει ότι ο νοσηλευτής «πλησίασε βίαια» τους αξιωματικούς και κρατούσε όπλο.
Ομως βίντεο από τη στιγμή της δολοφονίας δείχνουν τον Πρέτι να δέχεται επίθεση με σπρέι πιπεριού στην προσπάθειά του να βοηθήσει μια γυναίκα να σηκωθεί, να σπρώχνεται από έναν πράκτορα και να περικυκλώνεται από άλλους έξι χωρίς να αγγίξει καν το ημιαυτόματο πιστόλι που κουβαλούσε νόμιμα.

Η ευνοημένη τεχνο-ελίτ και η αβεβαιότητα
Το ρήγμα στις ΗΠΑ δεν αγγίζει μόνο την πολιτική και την κοινωνία, αλλά και την οικονομία. Παρά τις θριαμβολογίες του Τραμπ για την κατάσταση των αγορών, η αμερικανική οικονομία δεν εμφανίζει την ενεργητική «άνοδο» που θα χρειαζόταν ένας πρόεδρος για να συγκρατήσει την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Από τη μια πλευρά βρίσκεται μια νέα τεχνο-ελίτ (π.χ. Oracle, Palantir) ως χρηματοδοτικό άγκιστρο που με κρατική ενίσχυση επενδύει σε τομείς αιχμής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και οι πλατφόρμες λογισμικού, και από την άλλη παραδοσιακές βιομηχανίες που αντιμετωπίζουν στασιμότητα ή αβεβαιότητα.
Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες προειδοποιούν ότι χρειάζονται «σοβαρές εγγυήσεις» από την κυβέρνηση προτού επενδύσουν τεράστια κεφάλαια για την αναβίωση της παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα, παρά τις εκκλήσεις της Ουάσινγκτον για μαζική είσοδο στη χώρα.
Παράλληλα, η αμερικανική παραγωγή παραμένει ασταθής. Χαρακτηριστικά, η αυτοκινητοβιομηχανία αντιμετωπίζει πιέσεις λόγω των υψηλών δασμών και της γενικότερης αβεβαιότητας.
Οι μεγιστάντες των κολοσσών της Σίλικον Βάλεϊ που έχουν συσπειρωθεί γύρω από τον Λευκό Οίκο λειτουργούν σαν μια νέα μορφή εξουσίας.
Ο Λάρι Ελισον, συνιδρυτής και εκτελεστικός πρόεδρος της Oracle, για παράδειγμα, έχει τοποθετηθεί δημόσια υπέρ του Ισραήλ παρά τον γενοκτονικό πόλεμο στη Λωρίδα της Γάζας, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι μεγιστάνες της τεχνολογίας επενδύουν όχι μόνο οικονομικά αλλά και ιδεολογικά στον Τραμπ και στην ατζέντα του.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Καλωσήρθατε στον χώρο σχολίων του Αντικειμενικότητα. Να θυμάστε ότι κάθε άποψη είναι δεχτή εκτός αν προσβάλει ή θίγει τον άλλον όποτε παρακαλώ ο σχολιασμός σας να είναι κόσμιος.