Στα Παρασκήνια: Αν ο Αντώνης Σαμαράς ανακοινώσει κόμμα η Μαρία Καρυστιανού δεν θα κατέβει στην πολιτική* Όσοι Βουλευτές εμπλέκονται σε σκάνδαλα δεν θα μπορέσουν να θέσουν ξανά υποψηφιότητα στις ερχόμενες εκλογές* Μήπως υπάρχει θέμα δεδηλωμένης για την Κυβέρνηση;
Αποκαλύπτουμε όλα τα πολιτικά παρασκήνια! Από τους διαδρόμους της Βουλής και τα υπουργικά γραφεία, μέχρι τις μυστικές συναντήσεις σε πρεσβείες και τα παζάρια στα κομματικά επιτελεία. Μάθε πρώτος για τις αθέατες διαπραγματεύσεις, τις κρυφές συμμαχίες και τις εσωτερικές πληροφορίες που διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό, για να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά από τις εξελίξεις!
Καλή σας ημέρα φίλες φίλοι αγαπητοί αναγνώστες και ένα καλό και όμορφο Σαββατοκύριακο σε όλες και όλους!
Αρχικά αγαπητοί αναγνώστες είχα αποφασίσει να αφιερώσω το σημερινό σχόλιο στην έναρξη της δίκης των Τεμπών όπου και πάλι υπήρξε ένταση και σκηνές απείρου κάλλους με αστυνομικούς να εμποδίζουν χαροκαμένους γονείς και συγγενείς να μπουν στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα όπου θα διεξαχθεί η δίκη αλλά και στην ανακοίνωση του κόμματος από την Μαρία Καρυστιανού την ίδια μέρα, ωστόσο η επικαιρότητα μου υπενθύμισε ότι μπορεί να σου βάλει και άλλα θέματα στο τραπέζι και πράγματι αυτό έκανε.
Οι εξελίξεις στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι πλέον καταιγιστικές. Η Λάουρα Κοβέσι –ή κάλυτερα την «αγία Κοβέσι την εκ ευρώπης εισαγγελέα» όπως την λέει ένας φίλος μου– διαβίβασε νέα δικογραφία στη Βουλή, ανοίγοντας έναν κύκλο εξελίξεων που κανείς στο κυβερνητικό στρατόπεδο δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.Και όταν λέμε εξελίξεις, δεν μιλάμε πλέον για απλές πολιτικές αντιπαραθέσεις αλλά για παραιτήσεις, αποδόμηση ενός ολόκληρου υπουργείου και φυσικά για μια κυβέρνηση που αναγκάζεται να πάει σε ανασχηματισμό όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη.
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης βρέθηκε στο επίκεντρο και η πίεση έγινε τέτοια που η ηγεσία του δεν μπορούσε να σταθεί. Όταν η Δικαιοσύνη –και δη η ευρωπαϊκή– χτυπά την πόρτα, τα περιθώρια πολιτικής διαχείρισης στενεύουν δραματικά.
Και αυτό ακριβώς βλέπουμε τώρα. Μια κυβέρνηση που μέχρι πρότινος επιχειρούσε να ελέγξει την ατζέντα, πλέον τρέχει πίσω από τις εξελίξεις.
Μέσα σε αυτό το κλίμα ήρθε και η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με την πρώτη του τηλεοπτική συνέντευξη τρία χρόνια μετά την παραίτησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Και εδώ οφείλω να σταθώ, γιατί ειπώθηκε κάτι που προσωπικά δεν πέρασε απαρατήρητο.
Η παραδοχή ότι το 2015 «έπρεπε να είχε κλείσει τις τράπεζες» για να μην μπορούν οι δανειστές να πιέζουν τη χώρα, δεν είναι απλώς μια εκ των υστέρων εκτίμηση. Είναι μια δήλωση που ανοίγει ξανά μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της πρόσφατης ιστορίας.
Γιατί ας το σκεφτούμε ψύχραιμα. Μιλάμε για μια περίοδο όπου η χώρα βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης, με τις τράπεζες ήδη σε οριακή κατάσταση και την κοινωνία σε κατάσταση πανικού. Και έρχεται σήμερα ο άνθρωπος που είχε την ευθύνη εκείνης της περιόδου να πει ότι θα έπρεπε να είχε τραβήξει το σχοινί ακόμη περισσότερο.
Να είχε οδηγήσει την κατάσταση στα άκρα. Και εδώ προκύπτει μια ξεκάθαρη αντίφαση.
Διότι στο βιβλίο του την «Ιθάκη» περιγράφει ότι η στρατιωτική ηγεσία ανησυχούσε για σενάρια τύπου Βενεζουέλας και εκείνος τους διαβεβαίωνε ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος.
Σήμερα όμως, με τη δική του ομολογία, φαίνεται πως όχι μόνο υπήρχε ως σκέψη, αλλά ίσως και ως επιλογή που δεν υλοποιήθηκε τελικά. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ουσία.
Γιατί δείχνει κάτι βαθύτερο. Δείχνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν –και ίσως εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται– τη διαχείριση κρίσεων. Με λογικές ρίσκου που δεν αφορούν απλώς πολιτικά ποσοστά, αλλά ολόκληρη τη χώρα. Και αυτό είναι που κάνει τέτοιες δηλώσεις επικίνδυνες, ανεξάρτητα από το πότε λέγονται.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνία παρακολουθεί. Από τη μία μια κυβέρνηση στριμωγμένη από σκάνδαλα και αποκαλύψεις, από την άλλη ένας πρώην πρωθυπουργός που επιχειρεί να επιστρέψει επαναδιατυπώνοντας –ή και επαναξιολογώντας– επιλογές που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή. Και κάπου στη μέση, μια κοινωνία που έχει κουραστεί να πληρώνει τα λάθη όλων.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο τι έγινε τότε ή τι γίνεται τώρα. Το ερώτημα είναι αν τελικά έχουμε μάθει κάτι από όλα αυτά.
Γιατί αν οι ίδιοι άνθρωποι επιστρέφουν με τις ίδιες λογικές, τότε το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και αυτό είναι που θα κριθεί όταν έρθει η ώρα της κάλπης.
Όσοι Βουλευτές εμπλέκονται σε σκάνδαλα δεν θα μπορέσουν να θέσουν ξανά υποψηφιότητα στις ερχόμενες εκλογές
Μου λένε ότι η παρουσία της Λάουρα Κοβέσι στην ελληνική πραγματικότητα έχει εξελιχθεί σε έναν παράγοντα που το Μέγαρο Μαξίμου δεν είχε υπολογίσει στο πραγματικό του μέγεθος.
Γιατί δείχνει κάτι βαθύτερο. Δείχνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν –και ίσως εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται– τη διαχείριση κρίσεων. Με λογικές ρίσκου που δεν αφορούν απλώς πολιτικά ποσοστά, αλλά ολόκληρη τη χώρα. Και αυτό είναι που κάνει τέτοιες δηλώσεις επικίνδυνες, ανεξάρτητα από το πότε λέγονται.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνία παρακολουθεί. Από τη μία μια κυβέρνηση στριμωγμένη από σκάνδαλα και αποκαλύψεις, από την άλλη ένας πρώην πρωθυπουργός που επιχειρεί να επιστρέψει επαναδιατυπώνοντας –ή και επαναξιολογώντας– επιλογές που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή. Και κάπου στη μέση, μια κοινωνία που έχει κουραστεί να πληρώνει τα λάθη όλων.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο τι έγινε τότε ή τι γίνεται τώρα. Το ερώτημα είναι αν τελικά έχουμε μάθει κάτι από όλα αυτά.
Γιατί αν οι ίδιοι άνθρωποι επιστρέφουν με τις ίδιες λογικές, τότε το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και αυτό είναι που θα κριθεί όταν έρθει η ώρα της κάλπης.
Όσοι Βουλευτές εμπλέκονται σε σκάνδαλα δεν θα μπορέσουν να θέσουν ξανά υποψηφιότητα στις ερχόμενες εκλογές
Μου λένε ότι η παρουσία της Λάουρα Κοβέσι στην ελληνική πραγματικότητα έχει εξελιχθεί σε έναν παράγοντα που το Μέγαρο Μαξίμου δεν είχε υπολογίσει στο πραγματικό του μέγεθος.
Και αυτό γιατί, πέρα από τις έρευνες και τις δικογραφίες, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα πλαίσιο πίεσης που ξεφεύγει από τα στενά όρια της Δικαιοσύνης και περνά ευθέως στο πολιτικό πεδίο.
Συγκεκριμένα, μου μεταφέρεται ότι έχει τεθεί ξεκάθαρος όρος: όποιος βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας εμπλέκεται σε σκάνδαλο, δεν θα μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.
Συγκεκριμένα, μου μεταφέρεται ότι έχει τεθεί ξεκάθαρος όρος: όποιος βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας εμπλέκεται σε σκάνδαλο, δεν θα μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.
Αν αυτό επιβεβαιωθεί στην πράξη, τότε δεν μιλάμε για μια απλή «φθορά» στελεχών, αλλά για μια βαθιά αναδιάταξη του ίδιου του πολιτικού προσωπικού της κυβερνητικής παράταξης.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα για τον Κυριάκος Μητσοτάκης. Διότι όταν μια κυβέρνηση κουβαλά ήδη ένα βαρύ ιστορικό υποθέσεων από το 2019 μέχρι σήμερα, η πιθανότητα να βρεθεί μεγάλος αριθμός βουλευτών εκτός ψηφοδελτίων δεν είναι καθόλου θεωρητική. Αντιθέτως, είναι ένα σενάριο που συζητείται όλο και πιο έντονα στα πολιτικά και δημοσιογραφικά γραφεία.
Τα μέτωπα είναι πολλά και ανοικτά. Από το σκάνδαλο των υποκλοπών μέχρι την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, από τη διαρροή προσωπικών δεδομένων των ομογενών που συνδέθηκε με την Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, μέχρι την υπόθεση των Τεμπών που εξακολουθεί να βαραίνει το πολιτικό κλίμα.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα για τον Κυριάκος Μητσοτάκης. Διότι όταν μια κυβέρνηση κουβαλά ήδη ένα βαρύ ιστορικό υποθέσεων από το 2019 μέχρι σήμερα, η πιθανότητα να βρεθεί μεγάλος αριθμός βουλευτών εκτός ψηφοδελτίων δεν είναι καθόλου θεωρητική. Αντιθέτως, είναι ένα σενάριο που συζητείται όλο και πιο έντονα στα πολιτικά και δημοσιογραφικά γραφεία.
Τα μέτωπα είναι πολλά και ανοικτά. Από το σκάνδαλο των υποκλοπών μέχρι την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, από τη διαρροή προσωπικών δεδομένων των ομογενών που συνδέθηκε με την Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, μέχρι την υπόθεση των Τεμπών που εξακολουθεί να βαραίνει το πολιτικό κλίμα.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα εκρηκτικό υπόβαθρο που, αν συνδυαστεί με τις κινήσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μπορεί να οδηγήσει σε πρωτοφανείς εξελίξεις.
Μου λένε ακόμη ότι, αν εφαρμοστεί στην πράξη αυτή η «κόκκινη γραμμή», τότε η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει να κατέβει στις εκλογές με μια κοινοβουλευτική ομάδα αποδεκατισμένη.
Μου λένε ακόμη ότι, αν εφαρμοστεί στην πράξη αυτή η «κόκκινη γραμμή», τότε η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει να κατέβει στις εκλογές με μια κοινοβουλευτική ομάδα αποδεκατισμένη.
Και δεν μιλάμε για μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά –όπως ψιθυρίζεται– για ένα ποσοστό που μπορεί να φτάνει ακόμη και στο μισό της σημερινής της δύναμης. Ένα τέτοιο σενάριο δεν δημιουργεί απλώς εκλογικό πρόβλημα. Δημιουργεί ζήτημα συνοχής, εμπειρίας και πολιτικής σταθερότητας.
Το πιο κρίσιμο όμως είναι άλλο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ίδιοι οι βουλευτές αρχίζουν να σκέφτονται διαφορετικά. Όταν γνωρίζεις ότι μπορεί να βρεθείς εκτός ψηφοδελτίων όχι για πολιτικούς λόγους αλλά λόγω εμπλοκής σε υποθέσεις που ερευνώνται, τότε η στάση σου αλλάζει. Και αυτή η αλλαγή στάσης μπορεί να αποτυπωθεί τόσο σε κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες όσο και σε εσωκομματικές ισορροπίες.
Το συμπέρασμα είναι σαφές στο παρασκήνιο: η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη Δικαιοσύνη. Αφορά την ίδια την πολιτική επιβίωση της κυβέρνησης και τη μορφή που θα έχει η Νέα Δημοκρατία την επόμενη ημέρα.
Γιατί αν τελικά επιβεβαιωθεί ότι ένα μεγάλο κομμάτι της σημερινής κοινοβουλευτικής ομάδας δεν θα μπορέσει να είναι ξανά υποψήφιο, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για εκλογές. Θα μιλάμε για μια συνολική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.
Αν ο Αντώνης Σαμαράς ανακοινώσει κόμμα η Μαρία Καρυστιανού δεν θα κατέβει στην πολιτική
Μαθαίνω ότι η εξαγγελία της Μαρία Καρυστιανού για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κινήματος πολιτών την Τετάρτη 1η Απριλίου μπορεί να μην ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και μια απόφαση «κλειδωμένη».
Το πιο κρίσιμο όμως είναι άλλο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ίδιοι οι βουλευτές αρχίζουν να σκέφτονται διαφορετικά. Όταν γνωρίζεις ότι μπορεί να βρεθείς εκτός ψηφοδελτίων όχι για πολιτικούς λόγους αλλά λόγω εμπλοκής σε υποθέσεις που ερευνώνται, τότε η στάση σου αλλάζει. Και αυτή η αλλαγή στάσης μπορεί να αποτυπωθεί τόσο σε κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες όσο και σε εσωκομματικές ισορροπίες.
Το συμπέρασμα είναι σαφές στο παρασκήνιο: η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη Δικαιοσύνη. Αφορά την ίδια την πολιτική επιβίωση της κυβέρνησης και τη μορφή που θα έχει η Νέα Δημοκρατία την επόμενη ημέρα.
Γιατί αν τελικά επιβεβαιωθεί ότι ένα μεγάλο κομμάτι της σημερινής κοινοβουλευτικής ομάδας δεν θα μπορέσει να είναι ξανά υποψήφιο, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για εκλογές. Θα μιλάμε για μια συνολική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.
Αν ο Αντώνης Σαμαράς ανακοινώσει κόμμα η Μαρία Καρυστιανού δεν θα κατέβει στην πολιτική
Μαθαίνω ότι η εξαγγελία της Μαρία Καρυστιανού για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κινήματος πολιτών την Τετάρτη 1η Απριλίου μπορεί να μην ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και μια απόφαση «κλειδωμένη».
Αντιθέτως, στο παρασκήνιο φαίνεται πως υπάρχουν σοβαρές δεύτερες σκέψεις, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις κινήσεις που ενδέχεται να κάνει ο Αντώνης Σαμαράς.
Η εξίσωση είναι απλή αλλά πολιτικά σκληρή. Αν ο πρώην πρωθυπουργός προχωρήσει τελικά στην ίδρυση νέου κόμματος, τότε αλλάζουν άρδην οι ισορροπίες στον χώρο της δεξιάς και της ευρύτερης συντηρητικής παράταξης.
Και αυτό γιατί ο Σαμαράς, ανεξάρτητα από το πώς τον αξιολογεί κανείς, παραμένει ένα πρόσωπο με βαθιές ρίζες σε αυτό το ακροατήριο, με μηχανισμούς, δίκτυα και κυρίως με αναγνωρισιμότητα που δεν χτίζεται από τη μια μέρα στην άλλη.
Μου λένε ότι ακριβώς αυτό είναι που προβληματίζει σοβαρά το περιβάλλον της Καρυστιανού. Διότι μπορεί η ίδια να έχει καταφέρει να εκφράσει ένα ισχυρό κοινωνικό συναίσθημα, κυρίως μέσα από την τραγωδία των Τεμπών, όμως άλλο αυτό και άλλο η συγκρότηση ενός πολιτικού φορέα που θα σταθεί εκλογικά απέναντι σε έμπειρους και δοκιμασμένους παίκτες του συστήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανή κάθοδος ενός κόμματος υπό τον Σαμαρά λειτουργεί αποτρεπτικά. Όχι μόνο γιατί «τραβάει» το ίδιο ακροατήριο, αλλά γιατί μπορεί να το συσπειρώσει με τρόπο που δύσκολα μπορεί να ανταγωνιστεί ένα νέο, άπειρο σχήμα. Και όταν μιλάμε για εκλογές, η συσπείρωση είναι το παν.
Μου μεταφέρεται ακόμη ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, η Καρυστιανού θα επανεξετάσει συνολικά τη στρατηγική της, με το ενδεχόμενο ακόμη και να «παγώσει» ή να ακυρώσει την πολιτική της κάθοδο να βρίσκεται στο τραπέζι. Όχι απαραίτητα ως οριστική υπαναχώρηση, αλλά ως τακτική αναδίπλωση μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η συζήτηση δεν γίνεται δημόσια. Προς τα έξω, το αφήγημα παραμένει αυτό της αυτόνομης πορείας και της ανεξάρτητης έκφρασης των πολιτών. Πίσω από κλειστές πόρτες όμως, η πολιτική αριθμητική και οι συσχετισμοί δύναμης μπαίνουν στο μικροσκόπιο με πολύ πιο ψυχρούς όρους.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πολιτική δεν είναι μόνο πρόθεση ή ηθικό φορτίο. Είναι και ισχύς. Και αν απέναντι σου διαμορφώνεται ένας πόλος με ηγεσία όπως αυτή του Σαμαρά, τότε οι αποφάσεις δεν παίρνονται με το συναίσθημα, αλλά με βάση το ποιος μπορεί πραγματικά να σταθεί στο εκλογικό πεδίο και να επιβιώσει.
Μήπως υπάρχει θέμα δεδηλωμένης για την Κυβέρνηση;
Η εξίσωση είναι απλή αλλά πολιτικά σκληρή. Αν ο πρώην πρωθυπουργός προχωρήσει τελικά στην ίδρυση νέου κόμματος, τότε αλλάζουν άρδην οι ισορροπίες στον χώρο της δεξιάς και της ευρύτερης συντηρητικής παράταξης.
Και αυτό γιατί ο Σαμαράς, ανεξάρτητα από το πώς τον αξιολογεί κανείς, παραμένει ένα πρόσωπο με βαθιές ρίζες σε αυτό το ακροατήριο, με μηχανισμούς, δίκτυα και κυρίως με αναγνωρισιμότητα που δεν χτίζεται από τη μια μέρα στην άλλη.
Μου λένε ότι ακριβώς αυτό είναι που προβληματίζει σοβαρά το περιβάλλον της Καρυστιανού. Διότι μπορεί η ίδια να έχει καταφέρει να εκφράσει ένα ισχυρό κοινωνικό συναίσθημα, κυρίως μέσα από την τραγωδία των Τεμπών, όμως άλλο αυτό και άλλο η συγκρότηση ενός πολιτικού φορέα που θα σταθεί εκλογικά απέναντι σε έμπειρους και δοκιμασμένους παίκτες του συστήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανή κάθοδος ενός κόμματος υπό τον Σαμαρά λειτουργεί αποτρεπτικά. Όχι μόνο γιατί «τραβάει» το ίδιο ακροατήριο, αλλά γιατί μπορεί να το συσπειρώσει με τρόπο που δύσκολα μπορεί να ανταγωνιστεί ένα νέο, άπειρο σχήμα. Και όταν μιλάμε για εκλογές, η συσπείρωση είναι το παν.
Μου μεταφέρεται ακόμη ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, η Καρυστιανού θα επανεξετάσει συνολικά τη στρατηγική της, με το ενδεχόμενο ακόμη και να «παγώσει» ή να ακυρώσει την πολιτική της κάθοδο να βρίσκεται στο τραπέζι. Όχι απαραίτητα ως οριστική υπαναχώρηση, αλλά ως τακτική αναδίπλωση μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η συζήτηση δεν γίνεται δημόσια. Προς τα έξω, το αφήγημα παραμένει αυτό της αυτόνομης πορείας και της ανεξάρτητης έκφρασης των πολιτών. Πίσω από κλειστές πόρτες όμως, η πολιτική αριθμητική και οι συσχετισμοί δύναμης μπαίνουν στο μικροσκόπιο με πολύ πιο ψυχρούς όρους.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πολιτική δεν είναι μόνο πρόθεση ή ηθικό φορτίο. Είναι και ισχύς. Και αν απέναντι σου διαμορφώνεται ένας πόλος με ηγεσία όπως αυτή του Σαμαρά, τότε οι αποφάσεις δεν παίρνονται με το συναίσθημα, αλλά με βάση το ποιος μπορεί πραγματικά να σταθεί στο εκλογικό πεδίο και να επιβιώσει.
Μήπως υπάρχει θέμα δεδηλωμένης για την Κυβέρνηση;
Για να γνωρίζετε, οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από τη νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς άλλη μία υπόθεση που θα κάνει τον κύκλο της στα δελτία ειδήσεων και θα ξεχαστεί. Αντιθέτως, ανοίγουν μια συζήτηση που μέχρι πρότινος ακουγόταν σχεδόν ως πολιτική υπερβολή: υπάρχει ή δεν υπάρχει θέμα δεδηλωμένης για την Κυβέρνηση;
Η Λάουρα Κοβέσι φέρεται να ζητά από τη Βουλή την άρση της βουλευτικής ασυλίας έντεκα βουλευτών που εμπλέκονται στην υπόθεση. Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.
Η Λάουρα Κοβέσι φέρεται να ζητά από τη Βουλή την άρση της βουλευτικής ασυλίας έντεκα βουλευτών που εμπλέκονται στην υπόθεση. Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.
Διότι, αν η πλειοψηφία αυτών των βουλευτών ανήκει στη Νέα Δημοκρατία, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια ποινική διαδικασία. Μιλάμε για μια εν δυνάμει πολιτική αποσταθεροποίηση.
Η αριθμητική είναι αμείλικτη. Η κυβερνητική πλειοψηφία, που ήδη έχει δεχθεί φθορά μετά τις διαγραφές των Μάριος Σαλμάς και Αντώνης Σαμαράς, βρίσκεται στις 156 έδρες.
Αν από αυτές αφαιρεθούν έξι βουλευτές –είτε λόγω ποινικών εξελίξεων είτε λόγω πολιτικής πίεσης που θα οδηγήσει σε αποστασιοποίηση– τότε το όριο των 151 χάνεται. Και όταν χάνεται αυτό το όριο, δεν υπάρχει περιθώριο παρερμηνείας: η αρχή της δεδηλωμένης τίθεται ευθέως υπό αμφισβήτηση.
Εδώ όμως βρίσκεται και το κρίσιμο παρασκήνιο που δεν λέγεται εύκολα δημόσια. Δεν είναι μόνο το νομικό σκέλος της υπόθεσης. Είναι και το πολιτικό βάρος που κουβαλάει κάθε βουλευτής που βλέπει το όνομά του να εμπλέκεται σε μια τέτοια δικογραφία.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πίεση δεν ασκείται μόνο από τη Δικαιοσύνη, αλλά και από την κοινωνία, τα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και από το ίδιο το κόμμα που προσπαθεί να περιορίσει τη ζημιά.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για το Μαξίμου. Διότι δεν είναι καθόλου εύκολο να διαχειριστείς ταυτόχρονα ένα σκάνδαλο τέτοιου μεγέθους, τις αγροτικές κινητοποιήσεις που ήδη δοκιμάζουν την αντοχή της κυβέρνησης, και μια ενδεχόμενη εσωτερική αποσταθεροποίηση στην κοινοβουλευτική ομάδα. Όλα αυτά μαζί δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει θεωρητικά θέμα δεδηλωμένης. Το ερώτημα είναι αν οι πολιτικές εξελίξεις θα οδηγήσουν εκεί στην πράξη.
Και αν συμβεί αυτό, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια δύσκολη περίοδο για την κυβέρνηση. Μιλάμε για ένα ντόμινο εξελίξεων που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές πολύ νωρίτερα απ’ όσο κάποιοι υπολόγιζαν.
Γιατί στην πολιτική, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές, δεν πέφτουν οι κυβερνήσεις μόνο από την αντιπολίτευση. Πέφτουν και από το ίδιο τους το βάρος, όταν οι ισορροπίες αρχίσουν να διαλύονται.
Η αριθμητική είναι αμείλικτη. Η κυβερνητική πλειοψηφία, που ήδη έχει δεχθεί φθορά μετά τις διαγραφές των Μάριος Σαλμάς και Αντώνης Σαμαράς, βρίσκεται στις 156 έδρες.
Αν από αυτές αφαιρεθούν έξι βουλευτές –είτε λόγω ποινικών εξελίξεων είτε λόγω πολιτικής πίεσης που θα οδηγήσει σε αποστασιοποίηση– τότε το όριο των 151 χάνεται. Και όταν χάνεται αυτό το όριο, δεν υπάρχει περιθώριο παρερμηνείας: η αρχή της δεδηλωμένης τίθεται ευθέως υπό αμφισβήτηση.
Εδώ όμως βρίσκεται και το κρίσιμο παρασκήνιο που δεν λέγεται εύκολα δημόσια. Δεν είναι μόνο το νομικό σκέλος της υπόθεσης. Είναι και το πολιτικό βάρος που κουβαλάει κάθε βουλευτής που βλέπει το όνομά του να εμπλέκεται σε μια τέτοια δικογραφία.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πίεση δεν ασκείται μόνο από τη Δικαιοσύνη, αλλά και από την κοινωνία, τα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και από το ίδιο το κόμμα που προσπαθεί να περιορίσει τη ζημιά.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για το Μαξίμου. Διότι δεν είναι καθόλου εύκολο να διαχειριστείς ταυτόχρονα ένα σκάνδαλο τέτοιου μεγέθους, τις αγροτικές κινητοποιήσεις που ήδη δοκιμάζουν την αντοχή της κυβέρνησης, και μια ενδεχόμενη εσωτερική αποσταθεροποίηση στην κοινοβουλευτική ομάδα. Όλα αυτά μαζί δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει θεωρητικά θέμα δεδηλωμένης. Το ερώτημα είναι αν οι πολιτικές εξελίξεις θα οδηγήσουν εκεί στην πράξη.
Και αν συμβεί αυτό, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια δύσκολη περίοδο για την κυβέρνηση. Μιλάμε για ένα ντόμινο εξελίξεων που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές πολύ νωρίτερα απ’ όσο κάποιοι υπολόγιζαν.
Γιατί στην πολιτική, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές, δεν πέφτουν οι κυβερνήσεις μόνο από την αντιπολίτευση. Πέφτουν και από το ίδιο τους το βάρος, όταν οι ισορροπίες αρχίσουν να διαλύονται.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Καλωσήρθατε στον χώρο σχολίων του Αντικειμενικότητα. Να θυμάστε ότι κάθε άποψη είναι δεχτή εκτός αν προσβάλει ή θίγει τον άλλον όποτε παρακαλώ ο σχολιασμός σας να είναι κόσμιος.