Στα παρασκήνια: Εναν τελευταίο ανασχηματισμό θέλει ο Μητσοτάκης μήπως γλιτώσει τις πρόωρες εκλογές* Αντιδράσεις στους συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών από την απόφαση Καρυστιανού να κατέβει στην πολιτική* Άλλος για Τσίπρα τράβηξε και άλλος για Καρυστιανού


Αποκαλύπτουμε όλα τα πολιτικά παρασκήνια! Από τους διαδρόμους της Βουλής και τα υπουργικά γραφεία, μέχρι τις μυστικές συναντήσεις σε πρεσβείες και τα παζάρια στα κομματικά επιτελεία. Μάθε πρώτος για τις αθέατες διαπραγματεύσεις, τις κρυφές συμμαχίες και τις εσωτερικές πληροφορίες που διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό, για να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά από τις εξελίξεις!

Καλή σας ημέρα φίλες και φίλοι αγαπητοί αναγνώστες και ένα καλό και όμορφο Σαββατοκύριακο σε όλες και όλους!

Ενώ η εβδομάδα που μας πέρασε ήταν γεμάτη από γεγονότα σε Ελλάδα και εξωτερικό, σήμερα επιλέγω να σχολιάσω μια δήλωση που μας έρχεται από τον Γραμματέα του ΜέΡΑ25, Γιάνη Βαρουφάκη. 

Και την επιλέγω όχι γιατί είναι η πιο σημαντική πολιτικά, αλλά γιατί είναι από αυτές που σου αφήνουν ένα κόμπο στο στομάχι και σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν κάποιοι άνθρωποι έχουν χάσει τελείως την αίσθηση του μέτρου και της ευθύνης που συνεπάγεται ο δημόσιος λόγος.

Ο κύριος Βαρουφάκης, λοιπόν, σε συνέντευξή του σε podcast στο YouTube, δήλωσε χωρίς κανέναν δισταγμό ότι στο παρελθόν έχει κάνει έκσταση και χόρευε δεκαπέντε ώρες ασταμάτητα. Μέχρι εδώ, θα μπορούσε κάποιος να πει «οκ, προσωπική εμπειρία, αχρείαστη μεν, αλλά δεν πέσαμε κι από τα σύννεφα».

Το πρόβλημα ξεκινά όταν, σε ερώτηση των παιδιών που έχουν το podcast «με ποιον θα ήθελε να καπνίσει ολλανδικό τσιγάρο», απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη: με την Άνγκελα Μέρκελ, την οποία –κρατηθείτε– θα ήθελε να τη δει μαστουρωμένη.

Εδώ δεν μιλάμε απλώς για ατυχές χιούμορ ή για μια χαλαρή κουβέντα σε ένα «νεανικό» format. Μιλάμε για μια δήλωση που είναι προσβλητική, σεξιστική, ανεύθυνη και βαθιά προβληματική, ειδικά όταν προέρχεται από έναν πολιτικό που έχει υπάρξει υπουργός Οικονομικών και σήμερα είναι επικεφαλής κόμματος.

Όπως ήταν φυσικό, οι αντιδράσεις ήταν σφοδρές και δεν άργησε να παρέμβει και εισαγγελέας. Κάτι που, ναι μεν είναι λογικό με βάση το περιεχόμενο των δηλώσεων, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει ξανά τη γνωστή συζήτηση για το πώς λειτουργεί η Δικαιοσύνη στη χώρα.

Γιατί δεν γίνεται να ξεχνάμε ότι το 2019, όταν ο Κώστας Μπακογιάννης, τότε υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ότι παλαιότερα είχε κάνει χασίς, δεν κουνήθηκε φύλλο. Κανένας εισαγγελέας, καμία αυτεπάγγελτη παρέμβαση, απόλυτη σιωπή. Δύο μέτρα και δύο σταθμά, για ακόμη μία φορά.

Αυτό, όμως και καλό είναι να το ξεκαθαρίσουμε, δεν «ξεπλένει» σε καμία ΜΑ ΚΑΜΙΑ περίπτωση τον κύριο Βαρουφάκη και τη δήλωσή του.

Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο τι είπε, αλλά και τι έκανε όταν του δόθηκε η ευκαιρία να ανασκευάσει. Εκεί, αντί να καταλάβει το λάθος του και να πει ένα απλό «ήταν ατυχές, το παίρνω πίσω», επέλεξε να το πάει ακόμα παραπέρα. Δήλωσε ότι με το να λες «μην το κάνεις» σε έναν έφηβο, τον σπρώχνεις ουσιαστικά πιο κοντά στο να το κάνει. Και εδώ κάπου τελειώνουν τα αστεία και ξεκινά η οργή.

Γιατί αυτά δεν είναι απλώς θεωρητικές κουβέντες σε ένα podcast. Αυτά τα ακούνε άνθρωποι. Τα ακούνε νέοι. Τα ακούνε έφηβοι. Τα ακούνε όμως και άνθρωποι που έχουν χάσει φίλους, συγγενείς, αδέρφια από τα ναρκωτικά. Τα ακούνε πρώην χρήστες που πάλεψαν, μάτωσαν και κατάφεραν να ξεφύγουν. Για αυτούς –και για μένα προσωπικά που έχω χάσει συγγένη μου– τέτοιες δηλώσεις δεν είναι «προοδευτικές» ούτε «αντισυμβατικές». Είναι προσβλητικές και επικίνδυνες.

Άλλο πράγμα να μιλάς σοβαρά για πολιτικές μείωσης της βλάβης, για δημόσια υγεία, για πρόληψη και στήριξη. Και άλλο να πετάς ατάκες τύπου «έκανα έκσταση και χόρευα 15 ώρες» και «θα ήθελα να τη δω μαστουρωμένη», λες και μιλάς σε παρέα μετά τις τρεις το πρωί. Ο δημόσιος λόγος έχει βάρος, είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι. Και όταν τον υποτιμάς, αργά ή γρήγορα το πληρώνεις.

Η κοινωνία, λοιπόν, θα κρίνει. Όχι τα podcasts, όχι τα viral αποσπάσματα, αλλά η ίδια η κοινωνία όταν έρθει η ώρα. Και καλό είναι κάποιοι να θυμούνται ότι άλλο η εικόνα του «αντισυστημικού ροκ σταρ» και άλλο η ευθύνη απέναντι σε ανθρώπους που κουβαλάνε πραγματικό πόνο. Γιατί εκεί δεν χωράνε ούτε εξυπνάδες, ούτε χαβαλές. Εκεί χωράει μόνο σοβαρότητα.

Εναν τελευταίο ανασχηματισμό θέλει ο Μητσοτάκης μήπως γλιτώσει τις πρόωρες εκλογές

Μαθαίνω ότι στο Μαξίμου επικρατεί κλίμα έντονης νευρικότητας και σχεδόν καθημερινής αναθεώρησης σχεδίων, καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης βλέπει πως τα περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα. 

Η κυβέρνηση βρίσκεται σε διαρκή άμυνα, με τα κοινωνικά μέτωπα να παραμένουν ανοιχτά και την πολιτική φθορά να μην κρύβεται πλέον πίσω από επικοινωνιακά τρικ. 

Το βασικό στοίχημα αυτή τη στιγμή είναι να κλείσει, έστω προσωρινά, το αγροτικό μέτωπο, με την πολυπόθητη συνάντηση του πρωθυπουργού με τους αγρότες να έχει οριστεί –καλώς εχόντων των πραγμάτων– για την ερχόμενη Τρίτη. Αν αυτή η συνάντηση δεν τιναχτεί στον αέρα και υπάρξει μια σχετική εκτόνωση, τότε το επόμενο βήμα είναι ήδη ειλημμένο: ανασχηματισμός.

Όχι ένας ανασχηματισμός ανανέωσης ή πολιτικής επανεκκίνησης, αλλά ένας ανασχηματισμός ανάγκης, ένας τελευταίος ζαριάς, με μοναδικό στόχο να αντέξει η κυβέρνηση μέχρι το 2027 και να αποφευχθεί το σενάριο των πρόωρων εκλογών που πλανάται πλέον ανοιχτά πάνω από το Μαξίμου. 

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, μου λένε, δεν έχει αυταπάτες. Γνωρίζει ότι η αυτοδυναμία έχει ουσιαστικά χαθεί πολιτικά, ακόμα κι αν τυπικά διατηρείται στη Βουλή, και ότι κάθε μήνας που περνά χωρίς σοβαρή ανατροπή του κλίματος λειτουργεί σωρευτικά εις βάρος του.

Μέχρι στιγμής, πάντως, το μόνο όνομα που φαίνεται να έχει «κλειδώσει» είναι αυτό του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρου Παπασταύρου, ο οποίος φαίνεται ότι ετοιμάζει ήδη βαλίτσες για το Υπουργείο Εξωτερικών. 

Μια μετακίνηση που δεν γίνεται τυχαία, καθώς ο πρωθυπουργός επιχειρεί να στείλει μήνυμα «σοβαρότητας» και ελέγχου σε ένα πεδίο όπου θεωρεί ότι μπορεί ακόμα να εμφανιστεί ως αξιόπιστος παίκτης, εντός και εκτός συνόρων. 

Τα υπόλοιπα ονόματα, όμως, παραμένουν ρευστά. Τίποτα δεν είναι οριστικό, τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο, καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζει να γράφει και να σβήνει σχεδιαγράμματα, αλλάζοντας θέσεις, ρόλους και πρόσωπα με ρυθμούς που θυμίζουν απελπισμένο προπονητή.

Και η παρομοίωση δεν είναι καθόλου τυχαία. Όσοι έχουν εικόνα από το εσωτερικό της κυβέρνησης λένε ότι ο πρωθυπουργός μοιάζει με τεχνικό που βλέπει την ομάδα του να χάνει καθαρά, το γήπεδο να βράζει και τον χρόνο να τελειώνει, προσπαθώντας με σπασμωδικές αλλαγές να σώσει ό,τι σώζεται. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη φορά δεν παίζει μόνο η εικόνα της ομάδας, αλλά και η δική του παραμονή στον πάγκο. 

Ο «πρόεδρος», για να συνεχίσουμε τη μεταφορά, έχει ξεκαθαρίσει πως αν το αποτέλεσμα δεν αλλάξει άμεσα, η ευθύνη θα προσωποποιηθεί και δεν θα υπάρξει δεύτερη ευκαιρία.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ανασχηματισμός δεν είναι επιλογή στρατηγικής, αλλά κίνηση πανικού. Ένα ύστατο χαρτί για να αγοραστεί πολιτικός χρόνος, με την ελπίδα ότι η κοινωνία θα κουραστεί, τα μέτωπα θα ξεφουσκώσουν και η συζήτηση για πρόωρες κάλπες θα πάει λίγο πιο πίσω. 

Το αν αυτό το σχέδιο μπορεί να πετύχει, είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Γιατί όταν μια κυβέρνηση φτάνει να ανασχηματίζεται για να γλιτώσει τις εκλογές και όχι για να κυβερνήσει καλύτερα, τότε το πρόβλημα δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά η ίδια η πολιτική φθορά που δεν μαζεύεται με αλλαγές καρέκλας. Και αυτό, στο Μαξίμου, το ξέρουν καλύτερα απ’ όλους.
Αντιδράσεις στους συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών από την απόφαση Καρυστιανού να κατέβει στην πολιτική

Μου λένε ότι η απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού να κάνει το βήμα προς την ενεργό πολιτική όχι μόνο δεν λειτούργησε ενωτικά, αλλά άνοιξε και ένα βαθύ ρήγμα στο εσωτερικό των συγγενών των θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών. 

Κι αυτό έχει τη σημασία του, γιατί μιλάμε για ανθρώπους που μέχρι τώρα εμφανίζονταν –τουλάχιστον προς τα έξω– με κοινό στόχο: τη δικαίωση των νεκρών τους και την απόδοση ευθυνών. Από τη στιγμή όμως που η υπόθεση περνά από το πεδίο της ηθικής και της κοινωνικής διεκδίκησης στο πεδίο της πολιτικής, τα πράγματα αλλάζουν δραματικά.

Πολλοί συγγενείς, μου μεταφέρουν, δεν συμφωνούν με αυτή την επιλογή και το λένε πλέον ανοιχτά. Δεν το ψιθυρίζουν σε πηγαδάκια, δεν το αφήνουν να αιωρείται. Βγαίνουν δημόσια και εκφράζουν τη διαφωνία τους, θεωρώντας ότι η πολιτικοποίηση ενός τόσο βαριά φορτισμένου συλλογικού τραύματος αλλοιώνει τον χαρακτήρα του αγώνα. 

Χαρακτηριστικό και ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η ανάρτηση του Νίκου Πλακιά, ο οποίος έχασε στο δυστύχημα τις δίδυμες κόρες του και την ανιψιά του. Ένας άνθρωπος που έχει μιλήσει με λόγια ωμά, χωρίς φίλτρα και χωρίς επικοινωνιακά περιτυλίγματα από την πρώτη στιγμή.

Ο Νίκος Πλακιάς, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έγραψε ότι σύντομα θα δούμε σε «remake» –όπως χαρακτηριστικά ανέφερε– τη σκηνή από την παλιά ελληνική ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», όπου ο Γιώργος Κωνσταντίνου ως Αντωνάκης βρίσκεται στο δικαστήριο απέναντι στη Μάρω Κοντού, που υποδύεται την Ελένη Κοκοβίκου, πλαισιωμένη από πλήθος μαρτύρων υπέρ της. 

Το σχόλιο μπορεί να είχε δόση σαρκασμού, αλλά το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: ανοίγοντας τον δρόμο της πολιτικής, ανοίγεις ταυτόχρονα και τον δρόμο της σύγκρουσης, των αντιπαραθέσεων, των στρατοπέδων και –τελικά– της αμφισβήτησης.

Και μεταξύ μας, δεν έχει άδικο. Η κοινωνία στήριξε και συνεχίζει να στηρίζει τη Μαρία Καρυστιανού ως μάνα που έχασε το παιδί της με τον πιο άδικο και βίαιο τρόπο. 

Ως σύμβολο πένθους, οργής και διεκδίκησης δικαιοσύνης. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η ίδια κοινωνία είναι έτοιμη ή πρόθυμη να τη στηρίξει ως πολιτικό πρόσωπο, με πρόγραμμα, θέσεις, συμμαχίες και –αναπόφευκτα– συμβιβασμούς. Άλλο το ηθικό κύρος του πόνου και άλλο η πολιτική νομιμοποίηση.

Μου λένε ακόμη ότι αρκετοί συγγενείς φοβούνται πως με αυτή την εξέλιξη ο κοινός αγώνας θα διασπαστεί και θα χαθεί το βασικό ζητούμενο μέσα στον θόρυβο της πολιτικής αντιπαράθεσης. 

Ότι από εκεί που το αίτημα ήταν «δικαιοσύνη για τα Τέμπη», τώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε «ποιος στηρίζει ποιον» και «ποιος είναι με ποια πλευρά». Και σε μια κοινωνία ήδη εξαντλημένη από κομματικές συγκρούσεις, αυτό μόνο καλό δεν προμηνύει.

Το συμπέρασμα που βγαίνει, όσο κι αν ενοχλεί κάποιους, είναι απλό: ο ρόλος του θύματος και ο ρόλος του πολιτικού δεν ταυτίζονται. Μπορεί να συνυπάρξουν στο ίδιο πρόσωπο, αλλά δεν συμπορεύονται χωρίς κόστος. 

Και αυτό το κόστος, όπως φαίνεται, αρχίζει ήδη να το πληρώνει όχι μόνο η ίδια η Μαρία Καρυστιανού, αλλά και η ενότητα των συγγενών των θυμάτων. Και εκεί, τα πράγματα γίνονται πολύ πιο δύσκολα.
Άλλος για Τσίπρα τράβηξε και άλλος για Καρυστιανού

Για να γνωρίζετε, το μόρφωμα που εξακολουθεί –τυπικά έστω– να λέγεται ΣΥΡΙΖΑ έχει όπως σας λέω εδώ και καιρό τελειώσει πολιτικά. Αυτό δεν το λένε οι αντίπαλοί του, το μαρτυρά η ίδια η εικόνα του: διάλυση, εσωστρέφεια, προσωπικές στρατηγικές και μια μόνιμη αναμονή για το «πού θα πάμε μετά». 

Ήταν κοινό μυστικό ότι μεγάλο μέρος των στελεχών του ετοιμαζόταν για σύμπραξη με τον νέο φορέα του Αλέξη Τσίπρα, θεωρώντας πως εκεί βρίσκεται η επόμενη στάση της πολιτικής τους επιβίωσης. Όμως, όπως συμβαίνει πάντα στα κόμματα που αποσυντίθενται, δεν τραβάνε όλοι προς την ίδια έξοδο.

Μου μεταφέρουν λοιπόν ότι ένα προβεβλημένο στέλεχος δεν ακολούθησε το ρεύμα προς Τσίπρα. Τον κέρδισε, λέει, η Μαρία Καρυστιανού. Και το όνομα αυτού: Νίκος Φαραντούρης. Το ίδιο πρόσωπο που κάθεται στο πιάνο και παίζει το bella ciao, το τραγούδι που –πέρα από το Netflix και το La Casa de Papel– έχει ταυτιστεί ιστορικά με τους αγώνες των λαών, την αντίσταση και την Αριστερά. Αυτός λοιπόν ο Νίκος Φαραντούρης εμφανίστηκε σε συνέντευξή του και δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι θέλει να πάει στο Κίνημα Πολιτών που ετοιμάζει η Μαρία Καρυστιανού.

Ένα κίνημα που, μπορεί επιφανειακά να παρουσιάζεται ως «υπερκομματικό» και χωρίς ιδεολογικό πρόσημο, όμως στην ουσία του μυρίζει καθαρά δεξιά. Και εδώ μπαίνει το ωραίο της υπόθεσης: ένας πολιτικός που παίζει bella ciao στο πιάνο, που αυτοπαρουσιάζεται ως προοδευτικός και ευαίσθητος, να ετοιμάζεται να ενταχθεί σε ένα δεξιό μόρφωμα που είναι ακόμα στα σκαριά. Αν αυτό δεν είναι πολιτική μεταμφίεση πρώτου μεγέθους, τότε τι είναι;

Βέβαια, αν το δει κανείς ψύχραιμα, δεν προκαλεί και τόσο μεγάλη έκπληξη. Ο Νίκος Φαραντούρης ήταν έτσι και με τον Στέφανο Κασσελάκη. Την περίοδο των ευρωεκλογών τον αποκαλούσε «Προεδράρα», φωτογραφιζόταν, στήριζε και χειροκροτούσε.

Όταν όμως ήρθε η ώρα των κρίσιμων αποφάσεων, ξαφνικά όλα ξεχάστηκαν. Από «Προεδράρα», ο Κασσελάκης έγινε πρόβλημα, και ο ίδιος ο Φαραντούρης έβαλε υποψηφιότητα για την προεδρία, συμμετέχοντας ενεργά στο γνωστό πραξικόπημα του μπουζουξίδικου. Εκεί όπου η πολιτική γελοιοποιήθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοκτόνησε μπροστά στις κάμερες.

Το ακόμα πιο σουρεαλιστικό της ιστορίας είναι η συνέχεια. Μετά τις δηλώσεις Φαραντούρη περί Καρυστιανού, ο Σωκράτης Φάμελλος προχώρησε στη διαγραφή του από τον ΣΥΡΙΖΑ. 

Δηλαδή τι έχουμε εδώ; Έναν πραξικοπηματία, που είναι και πρόεδρος με ημερομηνία λήξης, να διαγράφει έναν άλλον πραξικοπηματία. Πολιτική ανθρωποφαγία σε επανάληψη, χωρίς κανένα ίχνος αυτοκριτικής ή σοβαρότητας. Ένα κόμμα-φάντασμα που διαγράφει στελέχη λες και έχει ακόμα κάτι να προστατεύσει.

Αν κάτι αποδεικνύεται από όλη αυτή την ιστορία, είναι ότι στον ΣΥΡΙΖΑ ο καθένας τραβάει όπου βλέπει φως. Άλλος για Τσίπρα, άλλος για Καρυστιανού, άλλος απλώς για την πολιτική του επιβίωση. Ιδεολογία, συνέπεια και αξιοπιστία έχουν χαθεί εδώ και καιρό. 

Και τελικά, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, υπάρχει και το κάρμα: αργεί, αλλά έρχεται. Και συνήθως χτυπάει την πόρτα εκεί που δεν το περιμένεις, την πιο ακατάλληλη στιγμή.




Σχόλια

Διαβάστε ακόμη