Στέφανος Κασσελάκης: «Η κυβέρνηση Μητσοτάκη απέτυχε να προστατεύσει το εισόδημα και να ελέγξει την ακρίβεια – Η φορολογία επιβαρύνει την κοινωνία»


Ο Πρόεδρος του Κινήματος Δημοκρατίας Στέφανος Κασσελάκης, με αναλυτική ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άσκησε σκληρή κριτική στη φορολογική και οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αποδομώντας το αφήγημα περί μειώσεων φόρων και βελτίωσης των εισοδημάτων των πολιτών.

Ο Στέφανος Κασσελάκης υπογράμμισε ότι οι φορολογικές πολιτικές δεν κρίνονται από τον αριθμό των παρεμβάσεων αλλά από το συνολικό κοινωνικό τους αποτύπωμα.

Τόνισε ότι όσο οι έμμεσοι φόροι και ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά παραμένουν υψηλοί, το φορολογικό βάρος παραμένει αντίστροφα προοδευτικό και πλήττει δυσανάλογα τη μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδήματα, ανεξάρτητα από επιμέρους μειώσεις που ανακοινώνονται.

Παρουσιάζοντας συγκεκριμένα στοιχεία, ο Στέφανος Κασσελάκης ανέφερε ότι την περίοδο 2021–2024 οι συνολικοί φόροι αυξήθηκαν κατά 30%, δηλαδή κατά 14 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ ο ΦΠΑ αυξήθηκε κατά 40%, περίπου 7 δισεκατομμύρια ευρώ, την ώρα που οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν μόλις κατά 3,6 δισεκατομμύρια.

Επισήμανε επίσης ότι ως ποσοστό του ΑΕΠ οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι ανήλθαν από 26,54% το 2021 σε περίπου 28% το 2025, γεγονός που μεταφράζεται σε επιπλέον επιβάρυνση 1,5% του ΑΕΠ για τους Έλληνες φορολογούμενους μέσα σε πέντε χρόνια.

Ο Στέφανος Κασσελάκης σημείωσε ότι αντί η ανάπτυξη να καταλήγει στις τσέπες των πολιτών, μέσω κατανάλωσης ή επενδύσεων, διοχετεύεται ολοένα και περισσότερο στη φορολογία, καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό περί φοροελαφρύνσεων.

Παράλληλα, χαρακτήρισε τις αυξήσεις εισοδημάτων που επικαλείται η κυβέρνηση κυρίως ονομαστικές και όχι πραγματικές, καθώς ο πληθωρισμός διαβρώνει την αγοραστική δύναμη, δημιουργώντας αυτό που περιέγραψε ως «δημοσιονομική ψευδαίσθηση».

Αναλύοντας τη λειτουργία της κυβερνητικής πολιτικής, ο Πρόεδρος του Κινήματος Δημοκρατίας τόνισε ότι τα μέτρα στήριξης δεν στηρίζονται σε διαρθρωτική ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, αλλά σε προσωρινά υπερέσοδα από τον πληθωρισμό και τους έμμεσους φόρους, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο όπου ο πληθωρισμός γεννά υπερέσοδα, τα οποία επιστρέφουν στην κοινωνία ως επιδόματα, προκαλώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις.

Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε ένα κράτος που «αποζημιώνει αντί να απελευθερώνει», αφήνοντας άθικτες τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και τη δύναμη των ολιγοπωλίων, με αποτέλεσμα οι υψηλές τιμές και τα περιθώρια κέρδους να διατηρούνται και το κόστος να μεταφέρεται στην κοινωνία.

Ο Στέφανος Κασσελάκης αντιπαρέβαλε τη στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας, την οποία χαρακτήρισε ως ένα μείγμα χειρότερων πρακτικών από supply-side economics, crony capitalism, κρατισμό και επιδοματική πολιτική, με την πρόταση του Κινήματος Δημοκρατίας για ένα σύγχρονο οικονομικό μοντέλο.

Σε αυτό περιλαμβάνονται ένα βαθιά κοινωνικό κράτος με ελάχιστη γραφειοκρατία, ένα φιλελεύθερο επιχειρηματικό περιβάλλον με χαμηλή φορολογία και ισχυρή αντιμετώπιση των ολιγοπωλίων, καθώς και αναδιανομή πλούτου εκεί όπου έχει συσσωρευτεί από παλιές στρεβλώσεις, όπως στη μεγάλη ακίνητη περιουσία.

Κλείνοντας, ο Στέφανος Κασσελάκης υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη απέτυχε να προστατεύσει το εισόδημα των πολιτών, να ελέγξει την ακρίβεια και να αποδείξει ότι η ανάπτυξη μπορεί να αφορά τους πολλούς και όχι τους λίγους, τονίζοντας ότι αυτή η αποτυχία δεν είναι συγκυριακή αλλά προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών που ήδη κρίνονται από την κοινωνία.



Αναλυτικά η ανάρτηση του Προέδρου του Κινήματος Δημοκρατίας Στέφανου Κασσελάκη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:

Διαβάζοντας την «επιστροφή» του κ. Πρωθυπουργού και την πρώτη ανασκόπηση για το 2026 πέρα από τις ευχές για τη νέα χρονιά έχω να επισημάνω τα εξής:

Οι φορολογικές πολιτικές δεν αξιολογούνται από το πλήθος των παρεμβάσεων, αλλά από το συνολικό έμπρακτο κοινωνικό τους αποτύπωμα. 

Όταν οι έμμεσοι φόροι και ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά παραμένουν υψηλοί, το φορολογικό βάρος παραμένει αντίστροφα προοδευτικό, πλήττοντας δυσανάλογα τη μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδήματα, ανεξαρτήτως του αριθμού των επιμέρους μειώσεων που ανακοινώνονται.

Από το 2021-2024 οι φόροι έχουν αυξηθεί κατα 30% (14δις) και ο ΦΠΑ κατα 40% (7δις) με τις δαπάνες να αυξάνονται μόλις κατα 3,6δις.

Ας κοιτάξουμε όμως συγκριτικά με τον πλούτο που παράγει η χώρα. Πόσοι είναι οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι μαζί, ως ποσοστό του ΑΕΠ;

2021: 26,54% του ΑΕΠ (53,635 δις με ΑΕΠ 181,68 δις)
2025: ~28% του ΑΕΠ (74,57 δις με ΑΕΠ 247,54δις)

Με άλλα λόγια, αντί η ανάπτυξη να πηγαίνει στις τσέπες των πολιτών (και σε κατανάλωση ή επενδύσεις) πάει περισσότερο στη φορολογία. Έχουμε δηλαδή ΑΥΞΗΣΗ της συνολικής φορολογίας και όχι μειώσεις όπως αναφέρει ο Κ. Μητσοτάκης.

1,5% του ΑΕΠ έξτρα επιβάρυνση δηλαδή στον Έλληνα φορολογούμενο μέσα σε 5 χρόνια. Και μάλιστα σε μια περίοδο με τεράστια ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης.

Πέρα αυτούς τους αμείλικτους αριθμούς, οι αυξήσεις στα εισοδήματα που επικαλείται ο Κ. Μητσοτάκης είναι κατά βάση ονομαστικές και όχι πραγματικές, καθώς ο πληθωρισμός υπερβαίνει τις φορολογικές ελαφρύνσεις και διαβρώνει την πραγματική αγοραστική δύναμη — γνωστό ως «fiscal illusion» (δημοσιονομική ψευδαίσθηση).

Παράλληλα, τα μέτρα στήριξης δεν χρηματοδοτούνται από διαρθρωτική αύξηση της παραγωγικής βάσης ή από διεύρυνση του δυνητικού ΑΕΠ, αλλά από προσωρινά υπερέσοδα που προκύπτουν από τον πληθωρισμό και την αυξημένη είσπραξη έμμεσων φόρων. 

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος δημοσιονομικής ανακύκλωσης: πληθωρισμός → υπερέσοδα → μεταβιβαστικές παροχές → νέα πληθωριστική πίεση.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος που αποζημιώνει αντί να απελευθερώνει: ένα κράτος που δεν διορθώνει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και την ισχύ των ολιγοπωλίων, αλλά απλώς αναδιανέμει μέρος των απωλειών που αυτές προκαλούν.

 Οι τιμές παραμένουν υψηλές, τα περιθώρια κέρδους προστατεύονται και ο λογαριασμός μεταφέρεται στην κοινωνία.

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες διαφορές μας.

Η Νέα Δημοκρατία επιλέγει να συντηρεί ένα σύστημα που καθιστά τους λίγους ισχυρότερους και τους πολλούς εξαρτημένους από επιδόματα. Δηλαδή έχει συνδυάσει χειρότερες πρακτικές από supply-side economics, crony capitalism, κρατισμό και επιδοματική πολιτική.

Εμείς προτείνουμε ένα εναλλακτικό σχέδιο σύγχρονης και αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής:

  1. Βαθιά κοινωνικό κράτος αλλά με την ελάχιστη γραφειοκρατία και τη μέγιστη αποδοτικότητα
  2. Φιλελεύθερο επιχειρηματικό περιβάλλον με χαμηλή φορολογία και παράλληλη πάταξη των ολιγοπωλίων
  3. Αναδιανομή πλούτου εκεί που έχει συσσωρευτεί από τις στρεβλώσεις του παρελθόντος (όπως στη μεγάλη ακίνητη περιουσία)
Εμείς επιλέγουμε να συγκρουστούμε με την αισχροκέρδεια, να ρυθμίσουμε την αγορά υπέρ της κοινωνίας και να διασφαλίσουμε ότι η οικονομική μεγέθυνση μεταφράζεται σε πραγματικό εισόδημα, ασφάλεια και δικαιοσύνη για όλους.
Απέτυχε η Κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη.

Απέτυχε να προστατεύσει το εισόδημα των πολιτών, να ελέγξει την ακρίβεια και να αποδείξει ότι η ανάπτυξη μπορεί να αφορά τους πολλούς και όχι τους λίγους. 

Και αυτή η αποτυχία δεν είναι συγκυριακή• είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών της και ήδη κρίνεται από την κοινωνία.






Σχόλια

Διαβάστε ακόμη