Στα Παρασκήνια: Τα επόμενα βήματα της Κυβέρνησης τώρα που τελείωσαν τα αγροτικά μπλόκα* Τα δυο σενάρια που εξετάζουν Μητσοτάκης και Μαξίμου για εκλογές* Πλήρης επιβεβαίωση του «Στα Παρασκήνια» για επερχόμενη διάσπαση στο ΠΑΣΟΚ


Αποκαλύπτουμε όλα τα πολιτικά παρασκήνια! Από τους διαδρόμους της Βουλής και τα υπουργικά γραφεία, μέχρι τις μυστικές συναντήσεις σε πρεσβείες και τα παζάρια στα κομματικά επιτελεία. Μάθε πρώτος για τις αθέατες διαπραγματεύσεις, τις κρυφές συμμαχίες και τις εσωτερικές πληροφορίες που διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό, για να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά από τις εξελίξεις!

Καλή σας ημέρα φίλες και φίλοι αγαπητοί αναγνώστες και ένα καλό και όμορφο Σαββατοκύριακο σε όλες και όλους!


Σε αντίθεση με την προηγούμενη εβδομάδα αυτή τη φορά ξέρω τι θα σχολιάσω και όσοι με διαβάζετε αυτό το διάστημα νομίζω έχετε καταλάβει και εσείς, αγαπητοί αναγνώστες. Και όπως είναι φυσικό δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω τη στάση της Μαρίας Καρυστιανού στο ζήτημα των αμβλώσεων, ένα θέμα που δεν σηκώνει μισόλογα, υπεκφυγές και «ίσως».

Η Μαρία Καρυστιανού λοιπόν, σε συνέντευξή της στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN, όταν ρωτήθηκε για τις αμβλώσεις απάντησε ότι «ίσως θα έπρεπε να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση». 

Μια απάντηση που περισσότερο θύμιζε τοποθέτηση μάνας και παιδιάτρου και λιγότερο γυναίκας που ετοιμάζεται να μπει στην πολιτική αρένα με έναν φορέα που η ίδια ονομάζει «Κίνημα Πολιτών».

Και πράγματι, αν το δει κανείς ψύχραιμα, αυτό μπορεί να της αναγνωριστεί ως ελαφρυντικό. Όπως ελαφρυντικό θα μπορούσε να θεωρηθεί και το γεγονός ότι –τυπικά τουλάχιστον– παραμένει ακόμη πολίτης και όχι πολιτικός αρχηγός, μέχρι να ανακοινώσει επίσημα τον πολιτικό της σχηματισμό.

Όμως εδώ τελειώνουν τα ελαφρυντικά. Διότι το θέμα των αμβλώσεων δεν είναι ούτε θεωρητική άσκηση, ούτε πεδίο «διαβούλευσης» για να μετρήσουμε διαθέσεις και συντηρητικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. 

Είναι ένα απολύτως κατοχυρωμένο δικαίωμα των γυναικών στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες, συγκεκριμένα από το 1986, και συνδέεται άμεσα με τον πυρήνα της ατομικής ελευθερίας: το δικαίωμα κάθε γυναίκας να αποφασίζει η ίδια για το σώμα της, χωρίς επιτροπές, χωρίς κοινωνικά δικαστήρια και χωρίς πολιτικούς κηδεμόνες.

Δεν σας κρύβω ότι διαφωνώ κάθετα και αμετακίνητα με την άποψη ότι ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση. Γιατί πολύ απλά, αν ανοίξει αυτή η πόρτα, δεν ξέρεις ποτέ πού κλείνει. 

Σήμερα είναι οι αμβλώσεις, αύριο μπορεί να είναι τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων -που παρότι η κυρία Καρυστιανού στην ίδια συνέντευξη τάχθηκε υπέρ του γάμου των ομόφιλων ζευγαριών δεν αποκλείεται να την δούμε να αλλάζει απόψη σε μια ένδεχομενη διακυβέρνηση της χώρας- μεθαύριο η αυτοδιάθεση γενικότερα. Η ιστορία έχει δείξει ότι τα δικαιώματα δεν αφαιρούνται πάντα με νόμους· συχνά αφαιρούνται με «καλοπροαίρετες» συζητήσεις.

Προσωπικά σέβομαι τη Μαρία Καρυστιανού όχι ως πολιτικό πρόσωπο, αλλά ως μητέρα που έχασε την κόρη της, τη Μάρθη, με τον πιο τραγικό τρόπο, σε ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα που συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα. Αυτός ο σεβασμός είναι δεδομένος και δεν αμφισβητείται. 

Όμως άλλο ο σεβασμός προς μια μητέρα και άλλο η πολιτική κρίση. Από τη στιγμή που κάποιος παύει να είναι απλός πολίτης και ετοιμάζεται να ιδρύσει πολιτικό φορέα, αποκτά αυτομάτως και ευθύνη για τα λόγια του. Και αυτή η ευθύνη είναι βαριά.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση για τις αμβλώσεις είναι, το λιγότερο τρομακτική. Όχι επειδή ειπώθηκε με κακή πρόθεση, αλλά ακριβώς επειδή ειπώθηκε με έναν τρόπο σχεδόν αφελή, σαν να μην αντιλαμβάνεται πλήρως τι σημαίνει πολιτικά.

Γιατί αν μια τέτοια λογική αποκτήσει κυβερνητική ισχύ, τότε δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι κινδυνεύουμε να γυρίσουμε σε πιο σκοτεινές εποχές. Παραδείγματα υπάρχουν και είναι μπροστά μας, με πιο χαρακτηριστικό αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου δικαιώματα που θεωρούνταν δεδομένα ξηλώνονται το ένα μετά το άλλο από την Κυβέρνηση Τραμπ που φαίνεται να επιβάλει σταδιακά ένα καθεστώς στις ΗΠΑ.

Η πολιτική δεν είναι χώρος καλών προθέσεων, είναι χώρος συνεπειών. Και όταν μιλάμε για δικαιώματα, ειδικά για τα δικαιώματα των γυναικών, δεν χωράνε «ίσως», «να το δούμε» και «να το συζητήσουμε». Ή είσαι ξεκάθαρα υπέρ ή είσαι επικίνδυνα αμφίσημος. Και στην πολιτική, η ασάφεια πολλές φορές είναι χειρότερη από μια κακή αλλά καθαρή θέση.
Τα επόμενα βήματα της Κυβέρνησης τώρα που τελείωσαν τα αγροτικά μπλόκα

Για να γνωρίζεται, με το που κατέβασαν τα τρακτέρ από τις εθνικές και έκλεισε –τουλάχιστον προσωρινά– το μέτωπο με τους αγρότες, στο Μαξίμου άνοιξε κατευθείαν η συζήτηση για τα επόμενα βήματα της κυβέρνησης, με πρώτο και βασικό τον ανασχηματισμό. 

Έναν ανασχηματισμό που, όπως μου λένε, δεν θα έχει χαρακτήρα επανεκκίνησης ούτε πολιτικής τομής, αλλά περισσότερο θα θυμίζει κίνηση τακτικής για να θολώσουν λίγο τα νερά και να αλλάξει η ατζέντα από τα δύσκολα που έρχονται.

Ο Πρωθυπουργός φαίνεται να έχει καταλήξει πως αυτό που χρειάζεται τώρα δεν είναι ρήξεις, αλλά «μουσικές καρέκλες». Δηλαδή μετακινήσεις, αναβαθμίσεις και ανακύκλωση προσώπων, ώστε να δοθεί η εικόνα ότι κάτι αλλάζει, χωρίς όμως να αλλάζει πραγματικά τίποτα στην κυβερνητική φιλοσοφία. Άλλωστε, στο επιτελείο του γνωρίζουν καλά πως ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος και πως κάθε κίνηση πρέπει να εξυπηρετεί τη διαχείριση φθοράς και όχι μεγάλες μεταρρυθμιστικές εξαγγελίες.

Όπως σας είπα και την προηγούμενη εβδομάδα, θεωρείται σχεδόν δεδομένη η αναβάθμιση του Σταύρου Παπασταύρου, ο οποίος ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και να μετακομίσει στο Υπουργείο Εξωτερικών. 

Πρόκειται για μια μετακίνηση με σαφή πολιτικό συμβολισμό, καθώς το Μαξίμου θέλει να δείξει ότι επενδύει σε πρόσωπα απόλυτης εμπιστοσύνης σε κρίσιμα χαρτοφυλάκια, ειδικά σε μια περίοδο που τα ελληνοτουρκικά, η Μέση Ανατολή και οι διεθνείς ανακατατάξεις απαιτούν αυξημένη προσοχή.

Την ίδια ώρα, υπάρχουν και οι λεγόμενες «σταθερές αξίες» της κυβέρνησης, τα πρόσωπα δηλαδή που δεν αγγίζονται, ό,τι κι αν συμβεί. Ο Άδωνις Γεωργιάδης παραμένει ακλόνητος στο Υπουργείο Υγείας, παρά τη συνεχή πίεση και την κριτική για την κατάσταση στο ΕΣΥ, ενώ ο Νίκος Δένδιας θεωρείται αμετακίνητος στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με το Μαξίμου να πιστεύει ότι η παρουσία του εκεί λειτουργεί καθησυχαστικά τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Παρόλα αυτά, στα υπόλοιπα υπουργεία το τοπίο παραμένει θολό. Κανείς δεν αισθάνεται απολύτως ασφαλής και κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος μένει και ποιος φεύγει. 

Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως μαθαίνω, υπουργοί και υφυπουργοί έχουν αρχίσει ήδη να τηλεφωνούν σε δημοσιογράφους και πολιτικούς φίλους για να «μετρήσουν» κλίμα, να διαβάσουν προθέσεις και να προετοιμαστούν για κάθε ενδεχόμενο.

Όλα τα μαγαζιά της δημοσιογραφικής πιάτσας τηρούν στάση αναμονής, όχι από άγνοια αλλά γιατί γνωρίζουν πως μέχρι την τελευταία στιγμή ο Πρωθυπουργός γράφει και σβήνει ονόματα. 

Ο ανασχηματισμός αυτός δεν θα είναι προϊόν σχεδίου μηνών, αλλά αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης της στιγμής, με μοναδικό στόχο να κερδηθεί χρόνος και να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν αυτή η συνταγή εξακολουθεί να δουλεύει. Γιατί όσο κι αν αλλάξουν οι καρέκλες, τα προβλήματα μένουν, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται και οι πολιτικοί λογαριασμοί απλώς μεταφέρονται πιο κάτω. Και αυτό, στο Μαξίμου, το γνωρίζουν καλύτερα απ’ όλους.
Τα δυο σενάρια που εξετάζουν Μητσοτάκης και Μαξίμου για εκλογές

Μαθαίνω ότι στο Μέγαρο Μαξίμου εδώ και εβδομάδες δεν υπάρχει απλώς προβληματισμός, αλλά κανονική χαρτογράφηση σεναρίων για το πότε θα στηθούν οι επόμενες κάλπες. 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μαζί με τον στενό του κύκλο, εξετάζει σοβαρά δύο βασικά σενάρια, τα οποία πέφτουν συνεχώς στο τραπέζι των συσκέψεων, με αριθμούς, δημοσκοπήσεις, πολιτικές εξελίξεις και –κυρίως– με το βλέμμα στις απρόβλεπτες μεταβλητές του πολιτικού σκηνικού.

Το πρώτο σενάριο είναι το «θεσμικά ασφαλές», δηλαδή εκλογές στο τέλος της τετραετίας. Τυπικά, είναι το σενάριο που επιτρέπει στον Πρωθυπουργό να πει ότι εξάντλησε τη λαϊκή εντολή και ότι δεν αιφνιδίασε κανέναν. Όμως, όπως μου μεταφέρουν άνθρωποι που βρίσκονται πολύ κοντά του, είναι και το σενάριο που οι περισσότεροι συνεργάτες του τού λένε ξεκάθαρα να μην ακολουθήσει. 

Ο λόγος είναι απλός και καθόλου θεωρητικός: όσο περνά ο χρόνος, η φθορά μεγαλώνει, τα κοινωνικά μέτωπα ανοίγουν, τα οικονομικά περιθώρια στενεύουν και η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει να πάει σε εκλογές με σαφώς χειρότερους όρους απ’ ό,τι σήμερα. Κοινώς, το «πάμε μέχρι τέλους» μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά ακριβό.

Το δεύτερο σενάριο, που φαίνεται να συζητιέται όλο και πιο σοβαρά, τοποθετεί τις εκλογές μετά τη ΔΕΘ, γύρω στον Οκτώβριο του 2026. Εκεί, στο Μαξίμου βλέπουν ένα παράθυρο ευκαιρίας. Η ΔΕΘ παραδοσιακά δίνει στον εκάστοτε Πρωθυπουργό τη δυνατότητα να παρουσιάσει πακέτο παροχών, να επανακαθορίσει την πολιτική ατζέντα και να επιχειρήσει μια επανεκκίνηση του αφηγήματος. 

Εκλογές λίγο μετά θα μπορούσαν, θεωρητικά, να «κλειδώσουν» ένα πιο ελεγχόμενο πολιτικό περιβάλλον, πριν προλάβουν να ωριμάσουν πλήρως νέες πολιτικές κινήσεις και να παγιωθούν αντισυστημικές τάσεις.

Και εδώ μπαίνουν οι παράγοντες που στο Μαξίμου τους αντιμετωπίζουν πλέον με ιδιαίτερη σοβαρότητα. Τα ενδεχόμενα κόμματα Τσίπρα και Σαμαρά δεν θεωρούνται πια απλώς σενάρια καφενείου, αλλά υπολογίσιμες μεταβλητές που μπορούν να αλλάξουν δραστικά τον εκλογικό χάρτη, ειδικά αν «κόψουν» ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία ή αναδιατάξουν τον χώρο δεξιά και κεντροαριστερά. 

Παράλληλα, η παρουσία και η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού εκτιμάται ότι μπορεί να εκφράσει ένα φορτισμένο κοινωνικό ρεύμα οργής και αμφισβήτησης, το οποίο δεν υπήρχε με τέτοια ένταση σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στο κάδρο μπαίνει και η συνταγματική αναθεώρηση που ξεκινά το καλοκαίρι του 2026. Εκεί, σύμφωνα με όσα συζητούνται σε κλειστούς κύκλους, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο αλλαγής του εκλογικού νόμου, με πιο χαρακτηριστική σκέψη την αύξηση του ορίου εισόδου στη Βουλή από το 3% στο 5%. 

Ο στόχος είναι σαφής και καθόλου κρυφός: να περιοριστεί ο κατακερματισμός, αλλά και να αποκλειστούν δυσάρεστες εκπλήξεις από μικρότερα ή νεοσύστατα κόμματα που θα μπορούσαν να διαταράξουν τις ισορροπίες ή να καταστήσουν δυσκολότερο τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Με λίγα λόγια, στο Μαξίμου δεν μιλούν πια για «αν» θα επηρεάσουν οι επόμενες εξελίξεις τις εκλογές, αλλά για «πόσο». Τα δύο σενάρια είναι στο τραπέζι, οι αποφάσεις δεν έχουν κλειδώσει και το μόνο βέβαιο είναι ότι το πολιτικό ρολόι έχει αρχίσει να μετρά αντίστροφα, όχι απαραίτητα με ημερομηνία λήξης την τυπική ολοκλήρωση της τετραετίας.
Πλήρης επιβεβαίωση του «Στα Παρασκήνια» για επερχόμενη διάσπαση στο ΠΑΣΟΚ

Σας το λέω καιρό τώρα και από ό,τι φαίνεται θα επιβεβαιωθώ πλήρως. Μου λένε λοιπόν ότι στο ΠΑΣΟΚ η κατάσταση όχι απλώς δεν στρώνει, αλλά βαθαίνει καθημερινά ένα εσωκομματικό ρήγμα που πλέον δύσκολα κρύβεται κάτω από το χαλί. 

Τα χαμόγελα είναι τυπικά, οι δηλώσεις προσεκτικές, όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες η αμφισβήτηση προς τον Νίκο Ανδρουλάκη έχει πάρει ξεκάθαρα πολιτικά χαρακτηριστικά και δεν περιορίζεται πια σε μουρμούρες δεύτερης γραμμής.

Πρωτοκλασάτα στελέχη βγαίνουν ανοιχτά και μιλούν, σπάζοντας μια σιωπή που κρατούσε μήνες. Ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας δεν κρύβει ότι θεωρεί πως το ΠΑΣΟΚ δεν αξιοποιεί τον ρόλο που του δίνει η συγκυρία, ενώ ο Παύλος Γερουλάνος επανέφερε στη δημόσια συζήτηση τη λεγόμενη «βελόνα», δηλαδή τις μετρήσεις που δείχνουν το κόμμα καθηλωμένο γύρω στο 13%, χωρίς δυναμική ανόδου και χωρίς καθαρό πολιτικό αφήγημα. Και όταν ένα κόμμα που φιλοδοξεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο κολλάει επί μήνες στο ίδιο ποσοστό, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό· είναι στρατηγικό.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ που καλούν πλέον ευθέως τον Νίκο Ανδρουλάκη να πάρει πρωτοβουλίες, να σηκώσει πολιτικό βάρος και να αποδείξει στην πράξη ότι το κόμμα του είναι η αξιωματική αντιπολίτευση της χώρας και όχι ένας βολικός παρατηρητής των εξελίξεων. 

Το αίτημα είναι διπλό και σαφές: πιο επιθετική αντιπολίτευση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και ξεκάθαρη δέσμευση ότι δεν θα υπάρξει ξανά καμία συνεργασία μαζί της. Για πολλούς, η ασάφεια αυτή είναι που τρώει το ΠΑΣΟΚ από μέσα και το κρατά καθηλωμένο.

Παρά την ένταση, τόσο ο Χάρης Δούκας όσο και ο Παύλος Γερουλάνος δεν προτίθενται να κάνουν άμεση κίνηση. Κρατούν στάση αναμονής, όχι από αδυναμία αλλά από πολιτικό υπολογισμό. 

Θα πάνε κανονικά στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, εκεί όπου, όπως μαθαίνω, η κριτική προς την ηγεσία θα είναι σαφής, οργανωμένη και δημόσια. Μετά το συνέδριο, όλα θα εξαρτηθούν από τις επιλογές του Νίκου Ανδρουλάκη και από το αν θα επιλέξει να αλλάξει ρότα ή να συνεχίσει στην ίδια γραμμή.

Το κρίσιμο σημείο, όμως, βρίσκεται λίγο πιο μπροστά. Αν ο Ανδρουλάκης συνεχίσει να μην παίρνει πρωτοβουλίες και αν ο Αλέξης Τσίπρας ανακοινώσει επίσημα τον νέο πολιτικό του φορέα, τότε, όπως μου λένε, αρκετοί στο ΠΑΣΟΚ θα αρχίσουν να κοιτάζουν σοβαρά προς τα εκεί. Όχι απαραίτητα όλοι μαζί και όχι με θόρυβο, αλλά μεθοδικά και σταδιακά. Και κάπως έτσι, η συζήτηση περί διάσπασης δεν θα είναι πια σενάριο, αλλά πολιτικό γεγονός.

Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε ένα κομβικό σταυροδρόμι. Ή θα επαναπροσδιορίσει καθαρά τον ρόλο του στο πολιτικό σκηνικό ή θα δει τις εσωτερικές του αντιφάσεις να μετατρέπονται σε φυγόκεντρες δυνάμεις. Και τότε, όσα σήμερα λέγονται χαμηλόφωνα στα παρασκήνια, θα ακουστούν πολύ πιο δυνατά στο προσκήνιο.







Σχόλια

Διαβάστε ακόμη